Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου με την οποία είχε απορριφθεί αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) για την άδεια κατάθεσης υπαλλήλων στο πλαίσιο ποινικής έρευνας, κρίνοντας ότι η στάση αυτή παραβίαζε τις αρχές της ειλικρινούς συνεργασίας και της θεσμικής ισορροπίας μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών.
Σύμφωνα με την απόφαση, τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άρνηση παροχής πληροφοριών από υπαλλήλους πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας και ιδιαίτερης βαρύτητας, κάτι που δεν τεκμηριώθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παράλληλα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ερμήνευσε εσφαλμένα το δίκαιο της ΕΕ συνδέοντας την εξέταση μαρτύρων με το ζήτημα της ασυλίας των προσώπων που ερευνώνται.
Η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας, Λάουρα Κιόβεσι, χαρακτήρισε την απόφαση «σταθμό», υπογραμμίζοντας ότι οι κανόνες περί εμπιστευτικότητας και ασυλίας υπάρχουν για την προστασία της εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών και όχι για να εμποδίζουν τη διαλεύκανση της αλήθειας. Τόνισε επίσης ότι η EPPO θα συνεχίσει να ασκεί το έργο της ανεξάρτητα και αμερόληπτα, με γνώμονα τα αποδεικτικά στοιχεία και τον νόμο.
Με την ετυμηγορία αυτή, ανοίγει ο δρόμος για τη συνέχιση της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τη συλλογή πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να διερευνηθούν πλήρως τα υπό εξέταση γεγονότα.
Τι αφορά η υπόθεση
Η υπόθεση αφορά μια σπάνια θεσμική σύγκρουση μεταξύ δύο κορυφαίων ευρωπαϊκών οργάνων, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ECA), με επίκεντρο έρευνα για πιθανή απάτη που συνδέεται με τον πρώην πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Κλάους-Χάινερ Λένε.
Η έρευνα ξεκίνησε το 2022 από την EPPO μετά από παραπομπή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), η οποία διερευνούσε καταγγελίες για ενδεχόμενη κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων και παρατυπίες στις δαπάνες του Λένε. Οι καταγγελίες βασίστηκαν σε δημοσίευμα της γαλλικής εφημερίδας Libération, σύμφωνα με το οποίο ο τότε πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν διέμενε ουσιαστικά στο Λουξεμβούργο, όπως απαιτούσαν οι κανόνες, ενώ φέρεται να επωφελήθηκε από επιδόματα και άλλες παροχές.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η EPPO ζήτησε να εξετάσει ως μάρτυρες δώδεκα υπαλλήλους του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και να αποκτήσει πρόσβαση σε στοιχεία και αρχεία. Ωστόσο, το Ελεγκτικό Συνέδριο αρνήθηκε να επιτρέψει τις καταθέσεις, υποστηρίζοντας ότι η ποινική έρευνα δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη και ότι όφειλε να προστατεύσει τη φήμη και την εύρυθμη λειτουργία του θεσμού.
Η άρνηση αυτή οδήγησε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να προσφύγει στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατηγορώντας το Ελεγκτικό Συνέδριο ότι κάνει κατάχρηση των αρμοδιοτήτων του και παρεμποδίζει την πρόοδο της έρευνας. Με την πρόσφατη απόφασή του, το Δικαστήριο δικαίωσε την EPPO, κρίνοντας ότι η προστασία της φήμης ενός θεσμού δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την άρνηση συνεργασίας και ότι οι εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνο όταν διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενδέχεται να αποτελέσει προηγούμενο για όλες τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες και θεσμούς, ξεκαθαρίζοντας ότι η επίκληση ασυλίας ή θεσμικής προστασίας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να εμποδίζει τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
































