Στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιούνταν στη διοργάνωση και διεξαγωγή παράνομων τυχερών παιγνίων μέσω μη αδειοδοτημένων διαδικτυακών πλατφορμών προχώρησε η ΔΑΟΕ, ενώ παράλληλα φέρεται να εξαπατούσε παίκτες και να προχωρούσε σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Για τον τερματισμό της δράσης της οργάνωσης πραγματοποιήθηκε την Τρίτη, 10/03 συντονισμένη επιχείρηση του ελληνικού FBI σε περιοχές της Αττικής, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας και του Αγρινίου. Στην επιχείρηση συμμετείχαν επίσης υπηρεσίες ψηφιακής εγκληματολογίας, επιχειρησιακές ομάδες πληροφοριών και ειδικών δράσεων, καθώς και τοπικές αστυνομικές υπηρεσίες.
Συνολικά συνελήφθησαν 36 μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και 12 που φέρονται να είχαν ηγετικό ρόλο, ενώ ακόμη δύο άτομα συνελήφθησαν ως παίκτες που συμμετείχαν σε παράνομα τυχερά παιχνίδια. Παράλληλα σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος των συλληφθέντων αλλά και άλλων 100 ατόμων που φέρονται να εμπλέκονται.
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν αφορούν συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παραβάσεις της νομοθεσίας για τα τυχερά παίγνια και τα προσωπικά δεδομένα, καθώς και αδικήματα που σχετίζονται με όπλα, φωτοβολίδες, πυροτεχνήματα και κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων.
Η υπόθεση προέκυψε ύστερα από αξιοποίηση πληροφοριών και εκτεταμένη προανακριτική έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι η οργάνωση δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το 2018. Τα μέλη της είχαν διακριτούς ρόλους και λειτουργούσαν με δομή που θύμιζε «ομοσπονδία», με κοινό στόχο τον παράνομο οικονομικό πλουτισμό.
Πώς δρούσε η συμμορία:
Τα αρχηγικά μέλη της οργάνωσης, τα οποία είχαν ρόλο διαχειριστών των πλατφορμών, ήταν υπεύθυνα για τη λειτουργία τουλάχιστον 12 μη αδειοδοτημένων διαδικτυακών ιστοσελίδων τυχερών παιγνίων. Παράλληλα φέρονται να είχαν την ευθύνη για την εισαγωγή και εγκατάσταση μη πιστοποιημένων παιγνιομηχανημάτων τύπου VLT (Video Lottery Terminal), τον έλεγχο της πρόσβασης συνεργαζόμενων καταστημάτων στα συστήματα, καθώς και για την είσπραξη προμηθειών, ανάλογα με το επίπεδο πρόσβασης και συνεργασίας κάθε συνεργάτη.
Για τη λειτουργία του δικτύου είχε αναπτυχθεί εκτεταμένο σύστημα συνεργατών, στο οποίο συμμετείχαν τεχνικοί, εισπράκτορες και άτομα που αναλάμβαναν την προώθηση των παράνομων παιγνίων. Οι συνεργάτες αυτοί ήταν οργανωμένοι σε επιμέρους ομάδες, οι οποίες δρούσαν είτε αυτόνομα είτε σε συντονισμό μεταξύ τους, ακολουθώντας ιεραρχική δομή.
Οι τεχνικοί της οργάνωσης φέρονται να είχαν αναλάβει την εγκατάσταση παράνομου λογισμικού σε υπολογιστές και παιγνιομηχανές, τη ρύθμιση των συστημάτων μέσω ειδικών προγραμμάτων και φορητών αποθηκευτικών μέσων, καθώς και τη χρήση εφαρμογών απομακρυσμένης πρόσβασης που τους επέτρεπαν τον πλήρη έλεγχο της λειτουργίας των μηχανημάτων.
Την ίδια στιγμή, οι λεγόμενοι «αφανείς» εκμεταλλευτές καταστημάτων φέρονται να είχαν την ευθύνη για τη λειτουργία των χώρων όπου διεξάγονταν τα παράνομα παίγνια. Μεταξύ άλλων, όριζαν «μπροστινούς» ιδιοκτήτες για να αποφεύγεται ο εντοπισμός τους, προσλάμβαναν υπευθύνους διεξαγωγής παιγνίων και φρόντιζαν για την προσέλκυση παικτών μέσω συνεργατών.
Τέλος, οι υπεύθυνοι διεξαγωγής παιγνίων είχαν αναλάβει την καθημερινή λειτουργία των μηχανημάτων, τη διαχείριση των πληρωμών προς τους παίκτες, αλλά και την εφαρμογή παρεμβάσεων στα αποτελέσματα των παιχνιδιών.
Πιο συγκεκριμένα:
• εγκαθιστούσαν παράνομα λογισμικά σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και παιγνιομηχανήματα,
• χρησιμοποιούσαν απομακρυσμένη πρόσβαση ώστε να ελέγχουν τα μηχανήματα εξ αποστάσεως,
• παρενέβαιναν στις ρυθμίσεις των συστημάτων χωρίς να αφήνουν ψηφιακά ίχνη,
• εισήγαγαν στη χώρα μη πιστοποιημένα παιγνιομηχανήματα που προσομοίαζαν με αυτά που υπάρχουν στα νόμιμα καζίνο,
• εγκατέστησαν παράνομο επίγειο δίκτυο τυχερών παιγνίων, παρακάμπτοντας το θεσμικό πλαίσιο, ενώ
• τοποθετούσαν συστήματα καμερών εντός και εκτός καταστημάτων, καταγράφοντας πολίτες χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Η συμμορία διέπραττες τις απάτες μέσω:
• παρέμβασης στα αποτελέσματα, ρυθμίζοντας τα παιγνιομηχανήματα να αποδίδουν ποσοστά επιστροφής ακόμη και 7% αντί του νόμιμου ελάχιστου 80% και μηδενίζοντας δεδομένα (reset), ώστε να μειώνονται τεχνητά οι πιθανότητες κέρδους,
• εικονικών κερδών – ψευδών jackpot, που δημιουργούσαν ελεγχόμενα κερδισμένα περιστατικά για την προσέλκυση νέων παικτών και τη διατήρηση της ψευδαίσθησης αξιοπιστίας,
• της χειραγώγησης από το προσωπικό, το οποίο συμμετείχε στα παίγνια γνωρίζοντας πότε θα αποδοθεί κέρδος και
• της ενίσχυσης του εθισμού, με παραπλανητικά bonus, δωρεάν γύρους και εικονικά οφέλη, ώστε να παρατείνεται ο χρόνος συμμετοχής χωρίς ουσιαστικό κέρδος.
Από την οικονομική έρευνα, προέκυψε ότι τα αρχηγικά μέλη προέβαιναν και σε νομιμοποίηση εσόδων, επενδύοντας τα παράνομα κέρδη τους σε αγορές ακινήτων, εταιρείες με νόμιμη δραστηριότητα, καθώς και σε εικονικά νομίσματα, ενώ παράλληλα προέβαιναν σε εξαγορά κερδισμένων δελτίων τυχερών παιγνίων, προκειμένου να προσδώσουν νομιμοφανή προέλευση σε χρηματικά ποσά.
Την επιχείρηση συνέδραμε ουσιωδώς η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, με κλιμάκια εξειδικευμένων αστυνομικών από την Αττική και το αντίστοιχο εργαστήριο της Θεσσαλονίκης, παρέχοντας την απαιτούμενη τεχνογνωσία για τον εντοπισμό των παράνομων παιγνίων, της διαδικτυακής οργάνωσης και διαχείρισής τους, καθώς και των μέσων επικοινωνίας μεταξύ των μελών της εγκληματικής οργάνωσης. Επιπλέον, συνέβαλε στον εντοπισμό κρυπτονομισμάτων και λοιπών οικονομικών στοιχείων, τα οποία αξιοποιήθηκαν για την περαιτέρω διερεύνηση και την εξάρθρωση της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης.
Συνολικά, από τις έρευνες σε οικίες, εμπλεκόμενα καταστήματα, πρακτορεία, τραπεζικές θυρίδες, αποθηκευτικούς χώρους, καθώς και οχήματα, βρέθηκαν μεταξύ άλλων και κατασχέθηκαν:
• 271.850 ευρώ,
• 905 δολάρια ΗΠΑ
• 60 λίρες Αγγλίας
• 2 κοσμήματα
• 4 αυτοκίνητα και 3 μοτοσυκλέτες,
• 250 ηλεκτρονικοί υπολογιστές (κεντρική μονάδα, οθόνη, πληκτρολόγιο, ποντίκι),
• 78 εξωτερικοί σκληροί δίσκοι και -77- φορητά μέσα αποθήκευσης δεδομένων (USB),
• 5 καταγραφικά και 13 ασύρματες κάμερες κλειστού κυκλώματος,
• 12 λάπτοπ και 3 tablet,
• 53 κινητά τηλέφωνα,
• 6 χρεωστικές κάρτες,
• 5 πυροβόλα όπλα και 1 πιστόλι ρέπλικα,
• 2 μαχαίρια,
• 5 γεμιστήρες και 176 φυσίγγια,
• 6 κροτίδες,
• 135 χαρτονομίσματα προφανώς πλαστά, καθώς και
• πλήθος σημειωματάριων και ιδιόχειρων σημειώσεων.
Το παράνομο οικονομικό όφελος της οργάνωσης εκτιμάται ότι ανέρχεται πάνω από 16 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.































