Η ρηξικέλευθη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας στην υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, κατάφερε να αποκαταστήσει το κύρος του θεσμού της Δικαιοσύνης που δοκιμάζεται στα μάτια της κοινωνίας. «Όταν η Δικαιοσύνη τολμά, θα βρει την αλήθεια», μονολογούσαν όσοι βρέθηκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου, ακούγοντας την απόφαση για την καταδίκη των τεσσάρων επιχειρηματιών σε ποινές «μαμούθ»126 ετών και 8 μηνών φυλάκισης για το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών με το κακόβουλο λογισμικό predator. Ένα σκάνδαλο που κινδύνευε να μείνει ατιμώρητο στα χέρια του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση ο οποίος είχε αναλάβει να διενεργήσει την έρευνα.
Κι ήταν ο πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας Νίκος Ασκιανάκης μαζί με τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Δημήτρη Παυλίδη που όρθωσαν ανάστημα απέναντι στον ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό. Αξιοποιώντας όλα τα στοιχεία, καλώντας μάρτυρες που ουδέποτε σκέφτηκε να καλέσει ο κ. Ζήσης και εξετάζοντας πρόσωπα «κλειδιά» στη δυσώδη υπόθεση των υποκλοπών, όπως τον αποκαλούμενο «κρεοπώλη», με την προπληρωμένη κάρτα του οποίου αποστέλλονταν τα μολυσμένα μηνύματα του Predator, στους παραλήπτες, το δικαστήριο πέτυχε να ξετυλίξει το κουβάρι της υπόθεσης, φωτίζοντας πτυχές της που είχαν μείνει στο σκοτάδι.
Η απόφαση του δικαστηρίου που ήρθε, μετά από πέντε μήνες εξονυχιστικής διαδικασίας, αποτελεί μία ηχηρή αποδοκιμασία του πορίσματος του κ. Ζήση με το οποίο οι τέσσερις κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στο εδώλιο για πλημμελήματα, παραβλέποντας οποιαδήποτε στοιχεία για τη θεμελίωση κακουργηματικών κατηγοριών. Παράλληλα όμως η κρίση του δικαστηρίου αφήνει έκθετη και την εξεταστική επιτροπή της Βουλής ιδιαίτερα μετά την ομολογία του κατά δήλωσή του «αχυράνθρωπου» του Γιάννη Λαβράνου, Σταμάτη Τρίμπαλη περί «στημένων» ερωτήσεων και υπαγορευμένων απαντήσεων.
Νέο κεφάλαιο στην έρευνα
Τώρα πια, μετά την έκδοση της απόφασης, φαίνεται πως ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην έρευνα, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα αδικήματα, όπως αυτό της κατασκοπείας αλλά και σε νέα πρόσωπα.
Όσον αφορά το αδίκημα της απόπειρας κατασκοπείας τουλάχιστον στην πλημμεληματική του μορφή θα μπουν στο «μικροσκόπιο» τόσο οι τέσσερις καταδικασθέντες, όσο και άλλα πρόσωπα που μπορεί να ενέχονται, με οκτώ από αυτά να προκύπτουν από την ακροαματική διαδικασία.
Η έκταση και η ποικιλία των παρακολουθούμενων προσώπων (βουλευτές, υπουργοί, δικαστές και στελέχη των ενόπλων δυνάμεων), το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά δεν κλήθηκαν να καταθέσουν, η οργάνωση και η εκπαίδευση των υπαλλήλων των εμπλεκομένων εταιριών και το ενδεχόμενο συνέργειας ξένων δυνάμεων και δη Ισραηλινών, φαίνεται πως αποτέλεσαν, σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, επαρκείς ενδείξεις για τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας.

































