Δελτίο Τύπου για την τραγωδία που σημειώθηκε το βράδυ της Τρίτης στη θαλάσσια περιοχή ανοιχτά του Μερσινιδίου στη Χίο εξέδωσε η RSA (Refugee Support Aegean), ζητώντας άμεση διενέργεια ανεξάρτητης, ενδελεχούς και αποτελεσματικής έρευνας για τις συνθήκες του περιστατικού, προκειμένου να αποδοθούν ευθύνες και να διασφαλιστεί η λογοδοσία.
Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, 15 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Από τη θάλασσα ανασύρθηκαν 14 νεκροί -11 άνδρες και τρεις γυναίκες- ενώ ακόμη μία γυναίκα υπέκυψε στα τραύματά της στο Γενικό Νοσοκομείο Χίου, όπου είχε διακομιστεί σε κρίσιμη κατάσταση.
Παράλληλα, 24 άτομα νοσηλεύονται τραυματισμένα, ανάμεσά τους τουλάχιστον 11 παιδιά. Τέσσερις τραυματίες παραμένουν σε κρίσιμη κατάσταση, με τρεις να έχουν ήδη υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις, μεταξύ τους και ένα ανήλικο.
Δύο έγκυες γυναίκες υπέστησαν αποβολή και νοσηλεύονται, ενώ δύο μέλη του Λιμενικού μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο με ελαφρά τραύματα.
Καθοριστική υπήρξε η άμεση και συντονισμένη παρέμβαση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού του Νοσοκομείου Χίου, το οποίο κλήθηκε να διαχειριστεί μεγάλο αριθμό βαριά τραυματισμένων υπό εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες και παρά τις σοβαρές ελλείψεις.
Το περιστατικό, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία και την αρχική ανακοίνωση του Λιμενικού Σώματος, εγείρει εκ νέου σοβαρά ερωτήματα για την τήρηση της υποχρέωσης έρευνας και διάσωσης.
Όπως προκύπτει, αντί για επιχείρηση διάσωσης, από την πρώτη στιγμή αναπτύχθηκε επιχείρηση αποτροπής από το ταχύπλοο περιπολικό ΠΛΣ 1077, παρότι το σκάφος των προσφύγων ήταν υπερφορτωμένο, σε προφανή κίνδυνο και σε μικρή απόσταση από τις ελληνικές ακτές, κοντά στην παραλία Μυρσινιδίου.
Το RSA υπενθυμίζει πως η προστασία της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα συνιστά απόλυτη νομική υποχρέωση, ανεξαρτήτως του καθεστώτος των επιβαινόντων, ενώ οι επαναπροωθήσεις απαγορεύονται από το διεθνές, ενωσιακό και το Σύνταγμα.
Η τραγωδία στη Χίο δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Οι συστηματικές πρακτικές αποτροπής και μη διάσωσης που εφαρμόζονται στην Ελλάδα και γενικότερα στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά παράβαση βασικών κανόνων δικαίου, έχουν επανειλημμένα οδηγήσει σε απώλειες ανθρώπινων ζωών.
Δυόμισι χρόνια μετά το πολύνεκρο ναυάγιο της Πύλου, με περισσότερους από 600 νεκρούς, τα ναυάγια και οι θάνατοι στα σύνορα παραμένουν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, ως αποτέλεσμα τόσο των πολιτικών αποτροπής όσο και της απουσίας ασφαλών και νόμιμων οδών για όσους ζητούν άσυλο στην ΕΕ.
Υπενθυμίζεται επίσης ότι υπάρχουν επανειλημμένες καταγγελίες και σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου –όπως η υπόθεση A.R.E. κατά Ελλάδας– που τεκμηριώνουν τις επαναπροωθήσεις ως συστηματική πρακτική των ελληνικών αρχών.
Η οργάνωση τονίζει πως η διερεύνηση οφείλει να εξετάσει ενδεχόμενες πράξεις ή παραλείψεις των αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας υπόψη τις μαρτυρίες των επιζώντων καθώς και το οπτικοακουστικό υλικό από τις καταγραφικές συσκευές (κάμερες, VDR κ.ά.) που τα σκάφη του Λιμενικού υποχρεούνται να διαθέτουν και να λειτουργούν.
Παράλληλα, εμπειρία από προηγούμενα ναυάγια στην Ελλάδα έχει αναδείξει σοβαρά κενά στην ενημέρωση, τη φροντίδα και την υποστήριξη των επιζώντων και των οικογενειών των θυμάτων, καθώς και στη διαδικασία ταυτοποίησης των νεκρών. Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί άμεσα η αξιοπρεπής υποδοχή και φιλοξενία των επιζώντων, η ουσιαστική ψυχοκοινωνική και νομική τους στήριξη και, εν προκειμένω, η απρόσκοπτη πρόσβασή τους στη διαδικασία χορήγησης ασύλου.































