Ανθεκτικότητα σε επίπεδο εσόδων και επιβατικής κίνησης, αλλά πίεση στην κερδοφορία, εμφάνισε η AEGEAN κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, σε μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από την άνοδο του κόστους καυσίμων και τις επιπτώσεις της γεωπολιτικής αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
Ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε στα 816,6 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Συνολικά, η AEGEAN μετέφερε 7,8 εκατ. επιβάτες στο πρώτο εξάμηνο, αριθμός αυξημένος κατά 3%, ενώ οι προσφερόμενες θέσεις ανήλθαν σε 9,7 εκατ., επίσης με αύξηση 3%. Ισχυρότερη ήταν η εικόνα στο εσωτερικό, όπου η επιβατική κίνηση αυξήθηκε κατά 6%, ενώ στο εξωτερικό παρέμεινε ουσιαστικά στα επίπεδα του 2025. Ο συντελεστής πληρότητας διαμορφώθηκε στο 80,3%.
Η Μέση Ανατολή αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες πίεσης. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις οδήγησαν σε διακοπή πτήσεων σε μέρος του διεθνούς δικτύου, ιδιαίτερα κατά την τετράμηνη περίοδο από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο, επηρεάζοντας τόσο την εκτέλεση δρομολογίων όσο και τη διασυνδεόμενη επιβατική κίνηση μέσω του κόμβου της Αθήνας.
Στο δεύτερο τρίμηνο του έτους, ο κύκλος εργασιών της AEGEAN ανήλθε σε 495,8 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 3%, με τη χωρητικότητα σε χιλιομετρικές θέσεις να παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη. Η εταιρεία μετέφερε 4,5 εκατ. επιβάτες, 1% περισσότερους σε ετήσια βάση, ενώ τα EBITDA διαμορφώθηκαν στα 98,8 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη στα 18,5 εκατ. ευρώ.
Η εικόνα της κερδοφορίας ήταν, ωστόσο, σαφώς ασθενέστερη από την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Όπως προκύπτει από τον πίνακα αποτελεσμάτων του ομίλου, τα EBITDA του δεύτερου τριμήνου υποχώρησαν κατά 12%, τα EBIT κατά 29%, ενώ τα κέρδη μετά από φόρους μειώθηκαν κατά 66%, από 54,5 εκατ. ευρώ σε 18,5 εκατ. ευρώ.
Σε επίπεδο εξαμήνου, τα EBITDA υποχώρησαν κατά 7%, στα 145,3 εκατ. ευρώ, ενώ το αποτέλεσμα προ φόρων γύρισε σε ζημίες 5,7 εκατ. ευρώ έναντι κερδών 66 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα. Μετά από φόρους, ο όμιλος εμφάνισε ζημίες 3,3 εκατ. ευρώ, έναντι κερδών 47,9 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2025.
Καθοριστική για την υποχώρηση της κερδοφορίας ήταν η εξέλιξη του ενεργειακού κόστους. Η καθαρή συνολική επιβάρυνση από την αύξηση της τιμής των καυσίμων και τα δικαιώματα ρύπων, μετά την ωφέλεια από τα συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου, έφθασε τα 40 εκατ. ευρώ. Πρόσθετη επιβάρυνση προήλθε από τις συναλλαγματικές αποτιμήσεις, οι οποίες οδήγησαν σε ζημίες 14,1 εκατ. ευρώ, έναντι κερδών 30,6 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.
Ενδεικτικό της πίεσης είναι ότι, σύμφωνα με την αναλυτική κατάσταση αποτελεσμάτων, το κόστος καυσίμων αεροσκαφών αυξήθηκε κατά 11% στο εξάμηνο, στα 184,3 εκατ. ευρώ από 165,7 εκατ. ευρώ, ενώ το κόστος των δικαιωμάτων ρύπων διπλασιάστηκε, στα 43,8 εκατ. ευρώ από 21,9 εκατ. ευρώ. Το κόστος συντήρησης αεροσκαφών αυξήθηκε επίσης κατά 15%, στα 112,1 εκατ. ευρώ.
Παρά την πίεση στα αποτελέσματα, η AEGEAN διατήρησε ισχυρή ρευστότητα. Τα ταμειακά διαθέσιμα, ισοδύναμα και λοιπές χρηματοοικονομικές επενδύσεις ανέρχονταν σε 956,1 εκατ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου, αυξημένα κατά 114 εκατ. ευρώ σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα. Η εξέλιξη αυτή καταγράφηκε παρά την καταβολή μερίσματος συνολικού ύψους 81,1 εκατ. ευρώ για τη χρήση του 2025.
Την ίδια ώρα συνεχίζεται η ανανέωση του στόλου. Κατά το πρώτο εξάμηνο παραλήφθηκαν πέντε νέα Airbus A321neo, ανεβάζοντας στις 43 τις συνολικές παραλαβές αεροσκαφών της οικογένειας Airbus neo. Από αυτά, τα 21 είναι A320neo και τα 22 A321neo, ενώ έως το τέλος Σεπτεμβρίου αναμένονται ακόμη δύο A321neo.
Αύξηση της κίνησης το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου
Τα πρώτα στοιχεία για το τρίτο τρίμηνο δείχνουν διατήρηση της ζήτησης. Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της AEGEAN, Δημήτρη Γερογιάννη, κατά το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου η επιβατική κίνηση αυξήθηκε κατά 4,8%, με ισορροπημένη ανάπτυξη τόσο στο δίκτυο εσωτερικού όσο και στο εξωτερικό.
Η διοίκηση εμφανίζεται, πάντως, προσεκτική ως προς την εξέλιξη της χωρητικότητας το επόμενο διάστημα. Με την τιμή του jet fuel, όπως αναφέρει η εταιρεία, να βρίσκεται ακόμη σε επίπεδα διπλάσια από εκείνα των αρχών του έτους, η AEGEAN σχεδιάζει «ιδιαίτερα πειθαρχημένη πολιτική χωρητικότητας» τουλάχιστον για τους επόμενους έξι έως οκτώ μήνες.






























