Την πεποίθηση ότι η Allwyn βρίσκεται σε σταθερή πορεία για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων που έχει θέσει για το 2026 εξέφρασε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Robert Chvatal, με αφορμή την ανακοίνωση των προκαταρκτικών οικονομικών αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου του έτους.
Κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης με αναλυτές, ο επικεφαλής της εταιρείας χαρακτήρισε τη συγχώνευση με την OPAP ως ένα «πραγματικά σημαντικό ορόσημο», επισημαίνοντας ότι η νέα εταιρική δομή δημιουργεί έναν διαφοροποιημένο και ισχυρού μεγέθους εισηγμένο όμιλο στον κλάδο των τυχερών παιχνιδιών. Όπως ανέφερε, η Allwyn συνιστά πλέον μια ελκυστική επενδυτική πρόταση, καθώς συνδυάζει σταθερές ταμειακές ροές με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης.
Ο κ. Chvatal παρουσίασε το επιχειρηματικό μοντέλο της ενοποιημένης εταιρείας, το οποίο στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες. Ο πρώτος αφορά το χαρτοφυλάκιο λοταριών, σε συνδυασμό με δραστηριότητες αθλητικού στοιχηματισμού και διαδικτυακών παιχνιδιών στην Ευρώπη, το οποίο συνεισφέρει περίπου το 70% των EBITDA του ομίλου.
Ο δεύτερος πυλώνας περιλαμβάνει ταχέως αναπτυσσόμενα περιουσιακά στοιχεία, όπως η PrizePicks και η συμμετοχή στη Betano, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 30% των EBITDA, ενισχύοντας περαιτέρω το αναπτυξιακό προφίλ της εταιρείας.
Αναφερόμενος στις επιδόσεις του πρώτου τριμήνου, ο διευθύνων σύμβουλος σημείωσε ότι η Allwyn κατέγραψε ουσιαστική πρόοδο στην υλοποίηση της στρατηγικής της. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις ισχυρές επιδόσεις που καταγράφηκαν στην ηπειρωτική Ευρώπη, καθώς και στην ολοκλήρωση του τεχνολογικού μετασχηματισμού της Εθνικής Λοταρίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα, η εταιρεία ολοκλήρωσε την εξαγορά της PrizePicks και συνέχισε να αξιοποιεί τις ευκαιρίες που δημιουργούνται στην αγορά των prediction markets, με τη Betano να διατηρεί υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά, μη ελεγμένα οικονομικά αποτελέσματα, τα καθαρά έσοδα της Allwyn αυξήθηκαν κατά 21% σε ετήσια βάση και διαμορφώθηκαν σε 1,204 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, τα προσαρμοσμένα EBITDA ενισχύθηκαν κατά 24%, φθάνοντας τα 443 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 285 εκατ. ευρώ από 247 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας αύξηση 15%, ενώ τα αναπροσαρμοσμένα κέρδη που αναλογούν στους μετόχους διαμορφώθηκαν στα 169 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 6%. Τα κέρδη ανά μετοχή ανήλθαν σε 0,21 ευρώ.
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες (CAPEX) διαμορφώθηκαν στα 52 εκατ. ευρώ, έναντι 58 εκατ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην ολοκλήρωση του τεχνολογικού μετασχηματισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Παράλληλα, η εταιρεία ανακοίνωσε νέο πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών ύψους έως 150 εκατ. ευρώ, το οποίο έρχεται να προστεθεί στο ελάχιστο μέρισμα ύψους 1 ευρώ ανά μετοχή, ενισχύοντας περαιτέρω τις αποδόσεις προς τους μετόχους.
Αναφερόμενος στη μεταφορά της καταστατικής έδρας του ομίλου στην Ελβετία, ο επικεφαλής της Allwyn διευκρίνισε ότι έχουν δημιουργηθεί σημαντικά αποθεματικά από εισφορές κεφαλαίου, τα οποία μπορούν να διανεμηθούν στους μετόχους χωρίς την επιβολή ελβετικού φόρου παρακράτησης, προσφέροντας πρόσθετη ευελιξία στην πολιτική επιστροφής κεφαλαίου προς τους επενδυτές.
Τέλος, απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τη διασπορά των μετοχών (free float), ο κ. Chvatal υπογράμμισε ότι η διοίκηση αναγνωρίζει τη σημασία του ζητήματος τόσο για τους επενδυτές όσο και για τη συμμετοχή της μετοχής σε χρηματιστηριακούς δείκτες. Όπως εξήγησε, το πρόγραμμα επαναγοράς σχεδιάστηκε λαμβάνοντας υπόψη τους συγκεκριμένους παράγοντες και, λόγω του περιορισμένου μεγέθους του, δεν αναμένεται να επηρεάσει ουσιωδώς τη διασπορά της μετοχής.































