Ισχυρές επιδόσεις κατέγραψε η Εθνική Τράπεζα κατά το οικονομικό έτος 2025, υπερβαίνοντας τους αρχικούς της στόχους και επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της σε ένα περιβάλλον αποκλιμακούμενων επιτοκίων. Σύμφωνα με το δελτίο αποτελεσμάτων που δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2026, τα κέρδη μετά από φόρους σε επίπεδο Ομίλου ανήλθαν σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή διαμορφώθηκαν στα 1,38 ευρώ.
Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) έφθασε το 15,5%, ξεπερνώντας τον στόχο που είχε τεθεί για τη χρήση.
Καθοριστικό ρόλο στα αποτελέσματα διαδραμάτισε η ισχυρή πιστωτική επέκταση, με τα εξυπηρετούμενα δάνεια να αυξάνονται κατά 3,5 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση και να διαμορφώνονται στα 37 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025. Η αύξηση αυτή προήλθε κυρίως από την εταιρική τραπεζική, όπου καταγράφηκε διψήφιος ρυθμός ανάπτυξης, αλλά και από τη λιανική τραπεζική, με ώθηση από τα δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις και τα καταναλωτικά προϊόντα.
Παράλληλα, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων να περιορίζεται στο 2,4% και τον δείκτη κάλυψης να φθάνει το 106%.
Σε επίπεδο εσόδων, τα καθαρά έσοδα από τόκους διαμορφώθηκαν στα 2,1 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας ετήσια μείωση λόγω της πτώσης των επιτοκίων αναφοράς, ωστόσο το τέταρτο τρίμηνο του έτους σηματοδότησε σημείο καμπής, με επιστροφή σε τριμηνιαία αύξηση. Αντίθετα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες κατέγραψαν άνοδο σχεδόν 10% σε ετήσια βάση, με αιχμή τις προμήθειες από επενδυτικά προϊόντα και χρηματοδοτήσεις, αντανακλώντας την επιτυχημένη στρατηγική σταυροειδών πωλήσεων.
Η κεφαλαιακή θέση της Εθνικής Τράπεζας παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρή, με τον δείκτη CET1 να ανέρχεται στο 18,8%, απορροφώντας τόσο την έντονη πιστωτική επέκταση όσο και τα υψηλά επίπεδα διανομών. Η διοίκηση ανακοίνωσε τακτική διανομή ύψους 60% των κερδών του 2025, περίπου 0,7 δισ. ευρώ, ενώ προτίθεται να προτείνει και επιπλέον διανομή κεφαλαίου 0,3 δισ. ευρώ, υπό την αίρεση των απαραίτητων κανονιστικών εγκρίσεων.
Με βάση το νέο επιχειρηματικό σχέδιο για την περίοδο 2026-2028, η Εθνική Τράπεζα στοχεύει σε περαιτέρω ενίσχυση της κερδοφορίας και της οργανικής ανάπτυξης, με καθαρή πιστωτική επέκταση άνω των 10 δισ. ευρώ στην τριετία και απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων που εκτιμάται ότι θα φθάσει το 17% έως το τέλος του 2028, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική της για διατηρήσιμη ανάπτυξη και υψηλές αποδόσεις για τους μετόχους.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς ανέφερε τα εξής:
«Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να επιδεικνύει ισχυρή δυναμική, παρά την διεθνή αστάθεια, με τη στήριξη ενός ολοένα και πιο διαφοροποιημένου παραγωγικού μείγματος και αυξανόμενη συμμετοχή των πλέον εξωστρεφών τομέων της οικονομίας. Τα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα, η κορύφωση το 2026 των δαπανών που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), καθώς και η αυξημένη δημοσιονομική και νομισματική στήριξη, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια χρονιά ρεκόρ για τις επενδυτικές δαπάνες, σε συνδυασμό με τα ιστορικά υψηλά επίπεδα εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων, καθώς και εξαγορών και συγχωνεύσεων.
Οι εν λόγω παράγοντες, σε συνδυασμό με την ισχυροποίηση της χρηματοοικονομικής θέσης των νοικοκυριών, τη συνεχιζόμενη
ανατιμολόγηση των στοιχείων Ενεργητικού και την αυξανόμενη διαφοροποίηση των επενδυτικών στρατηγικών του ιδιωτικού τομέα, αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τις δραστηριότητες του τραπεζικού κλάδου.
Τα αποτελέσματά μας για το 2025 αποτυπώνουν τη ραγδαία μας πρόοδο και την ευνοϊκή συγκυρία της ελληνικής οικονομίας, ο συνδυασμός των οποίων μας επέτρεψε να επιτύχουμε με άνεση τους στρατηγικούς μας στόχους, μετατρέποντας τα πλεονεκτήματα του Ισολογισμού και την κεφαλαιακή μας υπεροχή σε υψηλής ποιότητας κερδοφορία και ανάπτυξη. Ο Όμιλος κατέγραψε κέρδη μετά από φόρους ύψους ευρώ 1,3 δισ., τα οποία μεταφράζονται σε κέρδη ανά μετοχή ύψους ευρώ 1,4, με τον δείκτη απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) να διαμορφώνεται σε 15,5%.
Η επίδοση αυτή ήταν αποτέλεσμα της ισχυρής πιστωτικής μας επέκτασης, με τα εξυπηρετούμενα δάνεια να αυξάνονται κατά ευρώ 3,5 δισ. ή +10% σε ετήσια βάση, ενώ η διψήφια αύξηση των εσόδων από προμήθειες αντανακλά τις σταυροειδείς πωλήσεις κυρίως επενδυτικών προϊόντων. Η στρατηγική διαχείρισης του κόστους μας συνδυάζει τη συγκράτηση των εξόδων με τις απαιτούμενες επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο, καθώς επιδιώκουμε να προσφέρουμε ακόμα πιο καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στους πελάτες μας.
Η ισχυρή κεφαλαιακή επάρκειά μας προσδίδει υπεροχή, παρέχοντας ανθεκτικότητα και σημαντική στρατηγική ευελιξία. Ο δείκτης CET1 ανήλθε σε 18,8%, ενισχυμένος κατά +50 μ.β. σε ετήσια βάση, παρά την εντυπωσιακή πιστωτική επέκταση και τη διανομή κερδών στα υψηλότερα επίπεδα του κλάδου, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευσή μας να προσφέρουμε υψηλές αποδόσεις στους μετόχους μας.
Αντλώντας οφέλη από την ισχυρή αυτή επίδοση, οι στρατηγικοί μας στόχοι, όπως αποτυπώνονται στο νέο επιχειρηματικό μας σχέδιο για την περίοδο 2026-2028, σηματοδοτούν το επόμενο στάδιο πειθαρχημένης ανάπτυξης και διαρκούς δημιουργίας αξίας. Φιλοδοξούμε να επιτύχουμε υψηλή αλλά διατηρήσιμη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE), η οποία αναμένεται να ανέλθει σε 17% στο τέλος του 2028, αξιοποιώντας τις ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες προκειμένου να επιταχύνουμε την καθαρή πιστωτική επέκταση σε επίπεδα άνω των ευρώ 10 δισ. εντός της επόμενης τριετίας.
Παράλληλα, αναμένουμε τη διατήρηση της δυναμικής στα έσοδα από προμήθειες σε υψηλά μονοψήφια ποσοστά, καθώς ενισχύουμε τις σταυροειδείς πωλήσεις. Τα κόστη μας θα ωφεληθούν από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των στρατηγικών μας επενδύσεων στην τεχνολογία έχει ολοκληρωθεί. Η αυξανόμενη κερδοφορία θα ενισχύσει τα κεφαλαιακά μας αποθέματα, τροφοδοτώντας την ισχυρή οργανική μας ανάπτυξη, καθώς και υψηλές αποδόσεις για τους μετόχους μας. Παρ’ όλα αυτά, το επιχειρηματικό μας σχέδιο στοχεύει σε δείκτη CET1 κάτω από 16% στο τέλος του 2028, διατηρώντας επαρκή αποθέματα κεφαλαίου και τη στρατηγική μας ευελιξία.
Με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, παραμένουμε πιστοί στη δέσμευσή μας να στηρίζουμε τη βιώσιμη ανάπτυξη και τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, αξιοποιώντας τα ισχυρά μας αποτελέσματα για τη χρηματοδότηση επενδύσεων με αναπτυξιακό αποτύπωμα. Η αντικατάσταση του συστήματος Βασικών Τραπεζικών Εργασιών (Core Banking System), που βρίσκεται σε τελικό στάδιο, αποτελεί ορόσημο στην πολυετή διαδικασία μετασχηματισμού μας, προσφέροντας μια σύγχρονη τεχνολογική βάση, η οποία ενισχύει την ευελιξία μας στην προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών, βελτιώνει τη λειτουργική μας αποδοτικότητα και ενισχύει την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα της Τράπεζας.
Ταυτόχρονα, οι συνεχιζόμενες επενδύσεις μας σε ανθρώπινο κεφάλαιο και ψηφιακές υποδομές αναδιαμορφώνουν ριζικά το λειτουργικό μας μοντέλο — ενδυναμώνοντας τους ανθρώπους μας, ενισχύοντας την καινοτομία και τις πελατοκεντρικές υπηρεσίες που προσδίδουν αξία. Με σαφή στρατηγική κατεύθυνση και μεθοδική υλοποίηση των στόχων μας, είμαστε σε θέση να εμβαθύνουμε τις σχέσεις με τους πελάτες μας, να αξιοποιήσουμε τις αναδυόμενες ευκαιρίες και να προσφέρουμε διατηρήσιμη και μακροπρόθεσμη αξία στους μετόχους μας και την ευρύτερη οικονομία».




























