Σε αναπτυξιακή τροχιά παρέμεινε η ελληνική οικονομία και κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με την τακτική ανάλυση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank, με τον πληθωρισμό και τη χαμηλή καταναλωτική εμπιστοσύνη να εξακολουθούν να συνιστούν τους βασικούς κινδύνους για την επόμενη περίοδο. Τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν διατήρηση της δυναμικής της οικονομικής δραστηριότητας, παρά τις αυξημένες αβεβαιότητες στο εσωτερικό περιβάλλον.
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της τράπεζας, κομβικής σημασίας για την πλήρη αποτίμηση της πορείας της οικονομίας θα είναι η 6η Μαρτίου 2026, ημερομηνία κατά την οποία η ΕΛΣΤΑΤ θα ανακοινώσει τους εθνικούς λογαριασμούς του δ’ τριμήνου 2025 και την πρώτη εκτίμηση για το σύνολο του έτους. Τότε αναμένεται να αποσαφηνιστεί τόσο ο τελικός ρυθμός ανάπτυξης του 2025 όσο και η στατιστική «κληρονομιά» για το 2026, καθώς και το μέσο επίπεδο της ανεργίας. Παράλληλα, στις 22 Απριλίου 2026 θα δημοσιοποιηθεί η πρώτη εκτίμηση για το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2025.
Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό 2,1% το 2025 και 2,2% το 2026, μετά την αύξηση 2,1% το 2024. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να υποχωρήσει οριακά στο 2,8% το 2025 και στο 2,3% το 2026, ενώ η ανεργία εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 9,3% και 8,6% αντίστοιχα, από 10,1% το 2024. Την ίδια στιγμή, το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 4,3% του ΑΕΠ το 2025 και στο 3,4% το 2026, με το δημόσιο χρέος να συνεχίζει την πτωτική του πορεία, υποχωρώντας στο 147,6% του ΑΕΠ το 2025 και στο 142,1% το 2026.
Σε ό,τι αφορά το τελευταίο τρίμηνο του 2025, η Eurobank εκτιμά ότι η αναπτυξιακή δυναμική διατηρήθηκε, με τη μέση εκτίμηση της αγοράς, σύμφωνα με το Focus Economics, να τοποθετεί τον ρυθμό μεγέθυνσης στο 0,5% σε τριμηνιαία βάση και στο 2,0% σε ετήσια βάση. Ωστόσο, αβεβαιότητα προκαλεί η ενδεχόμενη επίπτωση των αγροτικών κινητοποιήσεων, κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές αγαθών, αλλά και σε κλάδους όπως οι μεταφορές, η μεταποίηση και ο εσωτερικός τουρισμός.
Τα «μαλακά» δεδομένα αποτυπώνουν μια σαφή διαφοροποίηση μεταξύ επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε ελαφρώς το δ’ τρίμηνο του 2025 στις 106,9 μονάδες, παραμένοντας πάντως αισθητά υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο και πάνω από τον αντίστοιχο της Ευρωζώνης.
Ο δείκτης PMI μεταποίησης διατηρήθηκε στις 53,0 μονάδες, υποδηλώνοντας βελτίωση των επιχειρηματικών συνθηκών για δωδέκατο συνεχόμενο τρίμηνο, την ώρα που η καταναλωτική εμπιστοσύνη επιδεινώθηκε για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο, υποχωρώντας στις -48,4 μονάδες.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διάσταση παίζει ο πληθωρισμός, ο οποίος εξακολουθεί να διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός, βάσει του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή, διαμορφώθηκε στο 2,9% το 2025, σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, με βασικούς μοχλούς τις υπηρεσίες και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα.
Παρά την αύξηση της απασχόλησης και των ονομαστικών μισθών, η Eurobank προειδοποιεί ότι μισθολογικές αυξήσεις που υπερβαίνουν την άνοδο της παραγωγικότητας ενδέχεται να τροφοδοτήσουν νέες πληθωριστικές πιέσεις στο μέλλον, ιδίως σε αγορές με περιορισμένο ανταγωνισμό.




























