Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα των ελλειμματικών παραδόσεων παραμένει έντονο στην Αττική, παρά τη βελτίωση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια. Παρά τη σημαντική ενίσχυση των ελέγχων και την εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων για την αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην αγορά καυσίμων, το φαινόμενο των ελλειμματικών παραδόσεων στις αντλίες εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πληγές για τους καταναλωτές.
Η έρευνα
Νέα έρευνα του Εργαστηρίου Τεχνολογίας Καυσίμων και Λιπαντικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου αποκαλύπτει ότι σχεδόν ένα στα τέσσερα πρατήρια καυσίμων στην Αττική εξακολουθεί να παραδίδει μικρότερη ποσότητα καυσίμου από εκείνη που πληρώνει ο οδηγός. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα Μαρτίου – Απριλίου 2026, με τη μέθοδο της «μυστικής δειγματοληψίας», ώστε να αποτυπωθεί η πραγματική εικόνα της αγοράς χωρίς οι επιχειρήσεις να γνωρίζουν ότι βρίσκονται υπό έλεγχο. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 200 ανεφοδιασμοί με αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων, από τους οποίους οι 130 έγιναν σε πρατήρια της Αττικής και οι υπόλοιποι 70 στη Θεσσαλονίκη. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το 23,1% των πρατηρίων στην Αττική παρουσίασε ελλειμματικές παραδόσεις, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις ελέγχους κατέγραψε μικρότερη ποσότητα καυσίμου από αυτή που αναγραφόταν στην αντλία. Αν και το ποσοστό εμφανίζεται μειωμένο σε σχέση με το 33,1% που είχε καταγραφεί το 2025, εξακολουθεί να αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα, καθώς επηρεάζει καθημερινά χιλιάδες οδηγούς που πληρώνουν περισσότερα από όσα τελικά λαμβάνουν.
Οι έλεγχοι
Την ίδια στιγμή, το ποσοστό των πρατηρίων που λειτουργούν εντός των προβλεπόμενων ορίων αυξήθηκε στο 76,9%, έναντι 66,9% την προηγούμενη χρονιά. Οι ειδικοί αποδίδουν τη βελτίωση αυτή στην εντατικοποίηση των ελέγχων, στην αξιοποίηση των ηλεκτρονικών συστημάτων παρακολούθησης και στις αυστηρότερες κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε επιχειρήσεις οι οποίες διαπιστώθηκε ότι παραβίαζαν τη νομοθεσία. Αντίστοιχη, αλλά ελαφρώς καλύτερη, είναι η εικόνα και στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, το ποσοστό των πρατηρίων που εμφάνισαν ελλειμματικές παραδόσεις περιορίστηκε στο 18,6%, από 20% που είχε καταγραφεί το προηγούμενο έτος, ενώ περισσότερα από οκτώ στα δέκα πρατήρια κρίθηκαν ότι λειτουργούν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προδιαγραφές.
Οι οικονομικές συνέπειες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η οικονομική διάσταση του προβλήματος. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, η συνολική ζημία που προκαλείται κάθε χρόνο στους καταναλωτές από τις ελλειμματικές παραδόσεις καυσίμων προσεγγίζει τα 400 εκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που καταβάλλουν οι οδηγοί χωρίς να αντιστοιχούν στην πραγματική ποσότητα καυσίμου που καταλήγει στο ρεζερβουάρ του οχήματός τους, δημιουργώντας μία σημαντική οικονομική επιβάρυνση σε μια περίοδο όπου το κόστος μετακίνησης παραμένει υψηλό. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μορφή της παραβατικότητας στην αγορά καυσίμων έχει αλλάξει αισθητά τα τελευταία χρόνια. Ενώ στο παρελθόν κυριαρχούσαν τα περιστατικά νοθείας, σήμερα οι ελλειμματικές παραδόσεις αποτελούν τη συνηθέστερη πρακτική εξαπάτησης. Με τη χρήση παράνομων παρεμβάσεων στα ηλεκτρονικά συστήματα των αντλιών, ορισμένοι επιτήδειοι καταφέρνουν να εμφανίζουν μεγαλύτερη ποσότητα καυσίμου από αυτή που τελικά παραδίδεται στον καταναλωτή, χωρίς αυτό να γίνεται εύκολα αντιληπτό κατά τη διάρκεια του ανεφοδιασμού. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η εικόνα παρουσιάζει σταδιακή βελτίωση σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, ωστόσο το πρόβλημα απέχει ακόμη από το να εξαλειφθεί.
Τι πρέπει να γίνει
Για τον λόγο αυτό θεωρούν αναγκαία τη συνέχιση των εντατικών ελέγχων, τη διαρκή αναβάθμιση των συστημάτων εποπτείας και την αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας απέναντι σε όσους επιχειρούν να αποκομίσουν παράνομο οικονομικό όφελος εις βάρος των καταναλωτών. Την ίδια ώρα, οι οδηγοί καλούνται να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις επιλογές τους, να προτιμούν πρατήρια με αποδεδειγμένη αξιοπιστία, να ζητούν πάντοτε απόδειξη για κάθε ανεφοδιασμό και να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές όταν διαπιστώνουν περιστατικά που δημιουργούν υποψίες για ελλειμματική παράδοση καυσίμου. Η ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά καυσίμων αποτελεί βασική προϋπόθεση τόσο για την προστασία των καταναλωτών όσο και για τη διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων του κλάδου.































