Μια νέα μελέτη επιβεβαιώνει ότι τα ηλεκτρικά οχήματα μειώνουν την αστική ρύπανση, ωστόσο η βελτίωση της ποιότητας του αέρα είναι πιο περιορισμένη από ό,τι υπολογιζόταν, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις της καθαρής κινητικότητας στις πόλεις.
Η μετάβαση σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα θεωρείται κεντρικό μέτρο για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, καθώς υποτίθεται ότι αντικαθιστά τα οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης, τα οποία ευθύνονται για σημαντικό μέρος των εκπομπών ρύπων στις αστικές περιοχές. Ωστόσο, τα τελευταία δεδομένα από την Καλιφόρνια δείχνουν ότι τα περιβαλλοντικά οφέλη είναι πιο περιορισμένα από ό,τι εκτιμούσαν προηγούμενες προβλέψεις.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η αντικατάσταση των συμβατικών αυτοκινήτων από ηλεκτρικά οδηγεί σε μείωση των επιπέδων διοξειδίου του αζώτου (NO₂), ενός βασικού δείκτη αστικής ρύπανσης. Ωστόσο, η μείωση αυτή δεν είναι δραστική. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δορυφορικά και επίγεια δεδομένα για να παρακολουθήσουν τις συγκεντρώσεις NO₂ σε χιλιάδες περιοχές, συσχετίζοντας τις με τις εγγραφές νέων ηλεκτρικών οχημάτων και την κυκλοφορία στις πόλεις.
Από την ανάλυση προέκυψε ότι η αύξηση κατά 200 ηλεκτρικά αυτοκίνητα σε μια γειτονιά οδηγεί σε μείωση των επιπέδων NO₂ κατά περίπου 1,1%. Αν και στατιστικά σημαντική, η μείωση αυτή παραμένει μικρή σε ευρύτερη κλίμακα, κυρίως λόγω της ακόμα χαμηλής διείσδυσης των ηλεκτρικών οχημάτων στον συνολικό στόλο.
Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι η ηλεκτροκίνηση δεν εξαλείφει όλους τους παράγοντες ρύπανσης. Η φθορά ελαστικών και φρένων συνεχίζει να απελευθερώνει μικροσωματίδια στην ατμόσφαιρα, ενώ άλλοι τύποι ρύπων, όπως τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια και το όζον, δεν επηρεάζονται άμεσα από τα ηλεκτρικά οχήματα. Αυτό σημαίνει ότι η καθαρή κινητικότητα αποτελεί μόνο ένα μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για την προστασία της ποιότητας του αέρα.
Η επίδραση των ηλεκτρικών οχημάτων διαφέρει ανάλογα με τη γεωγραφία και τις ενεργειακές υποδομές κάθε πόλης. Σε περιοχές όπου η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας βασίζεται κυρίως σε ορυκτά καύσιμα ή οι υποδομές δημόσιας συγκοινωνίας είναι περιορισμένες, τα οφέλη από την ηλεκτροκίνηση μπορεί να είναι μικρότερα.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η βελτίωση της ατμοσφαιρικής ποιότητας απαιτεί συνδυαστικές παρεμβάσεις, όπως η ενίσχυση των δημόσιων μέσων μεταφοράς, η προώθηση της πεζοπορίας και της ποδηλασίας, αλλά και η σταδιακή μείωση των εκπομπών από όλες τις πηγές.
Παρά τα όποια όρια, η ηλεκτροκίνηση παραμένει αναγκαία για την επίτευξη καθαρότερων πόλεων. Ωστόσο, η πραγματική της αποτελεσματικότητα πρέπει να αξιολογείται με ρεαλιστικά δεδομένα. Η μελέτη λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι η εστίαση αποκλειστικά στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν αρκεί για την αντιμετώπιση της αστικής ρύπανσης.
Η βελτίωση της ποιότητας του αέρα απαιτεί ένα ολοκληρωμένο πλάνο πολιτικών, τεχνολογικών και κοινωνικών παρεμβάσεων που θα αλλάξουν τις συνήθειες μετακίνησης και θα μειώσουν συνολικά τις πηγές ρύπανσης.































