Για δεκαετίες, οι γιατροί συνιστούν την άσκηση σε ασθενείς με καρκίνο κυρίως για τη διαχείριση των παρενεργειών της θεραπείας και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι ο ρόλος της άσκησης μπορεί να είναι πολύ πιο ουσιαστικός, καθώς ενδέχεται να επηρεάζει και την ίδια την πορεία της νόσου.
Η μελέτη-ορόσημο CHALLENGE του 2025, που δημοσιεύθηκε στο New England Journal of Medicine, αποτελεί την πρώτη μεγάλη τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή που εξέτασε αν ένα δομημένο πρόγραμμα άσκησης μπορεί να βελτιώσει τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα σε ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου μετά από χειρουργείο και χημειοθεραπεία. Μετά από μέση παρακολούθηση οκτώ ετών, οι ασθενείς με καρκίνο σταδίου 2 και 3 που συμμετείχαν στο πρόγραμμα άσκησης είχαν 28% χαμηλότερο κίνδυνο υποτροπής της νόσου, εμφάνισης νέου πρωτοπαθούς καρκίνου ή θανάτου, σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο απλή εκπαίδευση για την άσκηση. Επιπλέον, κατέγραψαν 37% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το μέγεθος του οφέλους στην επιβίωση είναι συγκρίσιμο με αυτό που παρατηρείται σε αρκετές εγκεκριμένες αντικαρκινικές θεραπείες, γεγονός που αναβαθμίζει σημαντικά τον ρόλο της φυσικής δραστηριότητας στην ογκολογία. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση στο πεδίο της ογκολογικής φροντίδας. Η άσκηση δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως υποστηρικτικό μέσο για την αντιμετώπιση της κόπωσης, της αδυναμίας και της ψυχολογικής επιβάρυνσης, αλλά ως πιθανό ενεργό στοιχείο της θεραπευτικής στρατηγικής. Τα παραδοσιακά «θεμέλια» της αντικαρκινικής θεραπείας είναι η χειρουργική επέμβαση, η ακτινοθεραπεία και η χημειοθεραπεία, με όλα τα υπόλοιπα να θεωρούνται υποστηρικτικά. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται η άσκηση φαίνεται πλέον να μετακινείται από τον υποστηρικτικό ρόλο σε έναν παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την έκβαση της νόσου.
Ο κίνδυνος καρκίνου δεν μηδενίζεται, αλλά μειώνεται
Η καθηγήτρια Θεραπευτικής–Επιδημιολογίας–Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου και ο καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας–Αιματολογίας Θάνος Δημόπουλος, αναφέρουν ότι η μελέτη CHALLENGE έδωσε ισχυρά μηνύματα σε ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου μετά από χειρουργείο και επικουρική χημειοθεραπεία, ένα οργανωμένο πρόγραμμα άσκησης για τρία χρόνια βελτίωσε σημαντικά την ελεύθερη νόσου επιβίωση. Στα πέντε χρόνια, το 80,3% των ασθενών που συμμετείχαν στην ομάδα άσκησης ήταν ελεύθεροι νόσου, έναντι 73,9% στην ομάδα ελέγχου. Στα οκτώ χρόνια, η συνολική επιβίωση ήταν 90,3% έναντι 83,2%. Η διαφορά δεν αφορά μόνο την ευεξία, αλλά την ίδια την πορεία της ασθένειας.
Παράλληλα, μια ανάλυση στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open με περισσότερους από 17.000 επιζώντες από επτά τύπους καρκίνου έδειξε ότι η μέτρια έως έντονη σωματική δραστηριότητα μετά τη διάγνωση συνδέεται με χαμηλότερη θνησιμότητα. Ακόμη και όσοι δεν ήταν δραστήριοι πριν τη διάγνωση, αλλά άρχισαν να κινούνται μετά, είχαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου σε ορισμένους τύπους καρκίνου. Η τακτική άσκηση βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, μειώνει τη χρόνια φλεγμονή, επηρεάζει ορμονικά μονοπάτια, ενισχύει το ανοσοποιητικό και βοηθά στη διατήρηση της μυϊκής μάζας, στην αντιμετώπιση της κόπωσης και στη διάθεση. Ο οργανισμός δεν γίνεται άτρωτος, αλλά πιο ανθεκτικός. Η άσκηση δεν αντικαθιστά τη χειρουργική επέμβαση, τη χημειοθεραπεία, την ακτινοθεραπεία ή τον προληπτικό έλεγχο. Δεν είναι «εναλλακτική θεραπεία», αλλά συμπληρωματικό, επιστημονικά τεκμηριωμένο εργαλείο φροντίδας. Ο κίνδυνος καρκίνου δεν μηδενίζεται, αλλά μειώνεται.
Πώς η άσκηση κάνει το σώμα λιγότερο «φιλόξενο» για τον καρκίνο
Οι ερευνητές συνεχίζουν να μελετούν με ακρίβεια τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η άσκηση επηρεάζει την πορεία του καρκίνου. Ένας από τους βασικούς λόγους που ο καρκίνος παραμένει τόσο δύσκολος στη θεραπεία του είναι ότι τα καρκινικά κύτταρα έχουν την ικανότητα να «ξεφεύγουν» από την ανίχνευση του ανοσοποιητικού συστήματος, καταφέρνοντας να επιβιώνουν και να πολλαπλασιάζονται. Τα τελευταία χρόνια, όμως, αυξάνονται οι ενδείξεις ότι η σωματική δραστηριότητα επηρεάζει πολλαπλές βιολογικές οδούς, δημιουργώντας ένα εσωτερικό περιβάλλον λιγότερο ευνοϊκό για την ανάπτυξη όγκων και περισσότερο υποστηρικτικό για τις φυσικές αντικαρκινικές άμυνες του οργανισμού.
Η άσκηση φαίνεται να δρα σε διαφορετικά επίπεδα. Επηρεάζει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, μειώνει τη χρόνια φλεγμονή, βελτιώνει τον μεταβολισμό και αλλάζει ορμονικές και κυτταρικές διεργασίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη του καρκίνου. Μέσα από αυτούς τους μηχανισμούς, το σώμα δεν «εξαλείφει» τον καρκίνο, αλλά γίνεται λιγότερο ευνοϊκό περιβάλλον για την επιβίωση και την εξέλιξή του. Η επιστημονική προσέγγιση δεν υποστηρίζει ότι η άσκηση από μόνη της μπορεί να «θεραπεύσει» τον καρκίνο. Αντίθετα, φαίνεται ότι συμβάλλει στη δημιουργία ενός φυσιολογικού περιβάλλοντος που είναι λιγότερο φιλόξενο για την ανάπτυξη όγκων και ταυτόχρονα ενισχύει τους φυσικούς μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού απέναντι στη νόσο. Με άλλα λόγια, η άσκηση δεν δρα ως αυτόνομη θεραπεία, αλλά ως βιολογικός ρυθμιστής που ενισχύει το συνολικό «αντικαρκινικό δυναμικό» του σώματος, σε συνδυασμό πάντα με τις καθιερωμένες ιατρικές θεραπείες.






























