Οι κρουαζιέρες προβάλλονται ως μια ξέγνοιαστη, all-inclusive εμπειρία στη θάλασσα, ωστόσο οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα πλοία αυτά αποτελούν ιδανικό περιβάλλον για την εξάπλωση λοιμώξεων, οι οποίες συχνά αποδεικνύονται δύσκολο να περιοριστούν.
Πρόσφατο παράδειγμα αποτελούν τα κρούσματα χανταϊού σε κρουαζιερόπλοιο που βρισκόταν ανοιχτά του Πράσινου Ακρωτηρίου, όπου τρεις επιβάτες έχασαν τη ζωή τους και αρκετοί ακόμη παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα, ενώ περίπου 150 άτομα παρέμειναν σε καραντίνα στις καμπίνες τους όσο εφαρμόζονταν μέτρα απολύμανσης και δημόσιας υγείας.
Σύμφωνα με τον καθηγητή δημόσιας υγείας Βίκραμ Νιραντζάν από το Πανεπιστήμιο του Λίμερικ, στην Ιρλανδία τα κρουαζιερόπλοια λειτουργούν ουσιαστικά ως «πλωτές πόλεις», όπου μεγάλος αριθμός ανθρώπων μοιράζεται τους ίδιους χώρους, το ίδιο φαγητό, τον ίδιο αέρα και τα ίδια συστήματα νερού. «Αυτές οι συνθήκες δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι λοιμώξεις μπορούν να εξαπλωθούν γρήγορα και συχνά ανεξέλεγκτα», έγραψε ο ίδιος στο The Conversation.
Η αρχιτεκτονική των πλοίων και ο τρόπος λειτουργίας τους ενισχύουν το πρόβλημα, καθώς οι επιβάτες περνούν πολλές ώρες σε κοινόχρηστους χώρους όπως εστιατόρια, μπαρ, θέατρα, spa, ανελκυστήρες και διαδρόμους, ενώ και το πλήρωμα ζει και εργάζεται στο ίδιο περιβάλλον, συχνά σε κοινόχρηστα καταλύματα.
Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζει και ο τρόπος σίτισης. Ο μπουφές, τα κοινά σκεύη και οι επιφάνειες που αγγίζονται από πολλούς διευκολύνουν τη μετάδοση ιών και βακτηρίων. Ένα άτομο που έχει μολυνθεί αλλά δεν έχει ακόμη εμφανίσει συμπτώματα μπορεί να μεταδώσει τον ιό μέσω τροφίμων ή επιφανειών χωρίς να το γνωρίζει. Δεν είναι τυχαίο ότι ο νοροϊός, γνωστός και ως «ιός του εμετού», αποτελεί τη λοίμωξη που συνδέεται περισσότερο με τα κρουαζιερόπλοια, με δεκάδες καταγεγραμμένα περιστατικά που σχετίζονται με μολυσμένα τρόφιμα, επιφάνειες ή άμεση επαφή μεταξύ επιβατών.
Παράλληλα, η ποιότητα του αέρα και τα συστήματα εξαερισμού επηρεάζουν σημαντικά τη μετάδοση ασθενειών. Αν και τα πλοία δεν είναι πλήρως κλειστά συστήματα, έχουν πολλούς εσωτερικούς χώρους όπου οι άνθρωποι συνωστίζονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σε τέτοιες συνθήκες, ιοί όπως η γρίπη ή ο κορονοιός μπορούν να μεταδοθούν ευκολότερα, ιδιαίτερα όταν ο εξαερισμός δεν είναι επαρκής.
Επιπλέον, τα συστήματα παροχής νερού στα πλοία ενδέχεται να αποτελέσουν πηγή μόλυνσης. Η λεγιονέλλα, ένα βακτήριο που προκαλεί σοβαρή πνευμονία, μπορεί να εξαπλωθεί μέσω μολυσμένου νερού, με περιστατικά να έχουν συνδεθεί ακόμη και με υδρομασάζ. Όσον αφορά τον χανταϊό πρόκειται για μια σπάνια αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνη λοίμωξη που μεταδίδεται από τρωκτικά και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αναπνευστική νόσο, με υψηλό ποσοστό θνησιμότητας.
Η ηλικία των επιβατών αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα, καθώς οι κρουαζιέρες είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς σε μεγαλύτερες ηλικίες. Πολλοί από τους ηλικιωμένους επιβάτες έχουν υποκείμενα νοσήματα, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών σε περίπτωση μόλυνσης. Παρότι τα πλοία διαθέτουν ιατρικές εγκαταστάσεις, αυτές είναι περιορισμένες και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά μια ταχεία και εκτεταμένη επιδημία, καθώς είναι σχεδιασμένες κυρίως για πρώτες βοήθειες και για βασική περίθαλψη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιδημία Covid-19 στο κρουαζιερόπλοιο Diamond Princess το 2020, όπου εκατοντάδες επιβάτες και μέλη του πληρώματος μολύνθηκαν, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες διαχείρισης τέτοιων καταστάσεων εν πλω.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η πρόληψη ξεκινά πριν από το ταξίδι, με ενημερωμένους εμβολιασμούς και κατάλληλη ταξιδιωτική ασφάλιση. Κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας, το συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό παραμένει το πιο αποτελεσματικό μέτρο προστασίας, ενώ η χρήση αντισηπτικού μπορεί να βοηθήσει αλλά δεν το αντικαθιστά.
Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων, οι επιβάτες θα πρέπει να αποφεύγουν τους πολυσύχναστους χώρους και να ενημερώνουν άμεσα το ιατρικό προσωπικό, αντί να συνεχίζουν κανονικά τις δραστηριότητές τους.






























