Η διακοπή του καφέ, ακόμη και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα όπως δύο εβδομάδες, φαίνεται πως μπορεί να επιφέρει αξιοσημείωτες αλλαγές στη συμπεριφορά, το άγχος και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Σύμφωνα με πρόσφατη επιστημονική μελέτη, οι επιδράσεις αυτές δεν σχετίζονται αποκλειστικά με την καφεΐνη, αλλά και με άλλες φυσικές ενώσεις που περιέχει ο καφές.
Στην έρευνα συμμετείχαν 62 υγιείς ενήλικες, εκ των οποίων οι μισοί ήταν τακτικοί καταναλωτές καφέ και οι υπόλοιποι δεν έπιναν καθόλου. Οι επιστήμονες κατέγραψαν δείγματα αίματος, ούρων και κοπράνων, ενώ οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν και σε τεστ μνήμης, γνωστικών λειτουργιών και αξιολόγησης της διάθεσης.
Οι τακτικοί καταναλωτές κλήθηκαν να διακόψουν πλήρως τον καφέ για δύο εβδομάδες. Μετά το διάστημα αυτό, επανήλθαν στην κατανάλωση είτε κανονικού καφέ είτε ντεκαφεϊνέ για τρεις εβδομάδες.
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Αρχικά, όσοι έπιναν καφέ εμφάνιζαν μεγαλύτερη παρορμητικότητα και συναισθηματική ένταση σε σχέση με όσους δεν κατανάλωναν. Ωστόσο, μετά τη δίμηνη αποχή, τα επίπεδα αυτά μειώθηκαν αισθητά.
Κατά την επανεισαγωγή του καφέ, οι επιδράσεις διαφοροποιήθηκαν ανάλογα με το είδος. Ο καφές με καφεΐνη συνδέθηκε με χαμηλότερα επίπεδα άγχους και ψυχολογικής δυσφορίας, ενώ ο ντεκαφεϊνέ φάνηκε να βελτιώνει την ποιότητα του ύπνου, τη σωματική δραστηριότητα και τις επιδόσεις στη μνήμη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν και οι αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα – δηλαδή τα βακτήρια που ζουν στο πεπτικό σύστημα και επηρεάζουν πολλαπλές λειτουργίες του οργανισμού, από την πέψη μέχρι την εγκεφαλική υγεία. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι τακτικοί καταναλωτές καφέ είχαν διαφορετικό μικροβίωμα, το οποίο άρχισε να επανέρχεται σε κανονικά επίπεδα μετά τη διακοπή. Με την επανεισαγωγή, εμφανίστηκαν νέες αλλαγές, ανεξάρτητα από την παρουσία καφεΐνης.
Αυτό υποδηλώνει ότι ο καφές επηρεάζει τον οργανισμό και μέσω άλλων συστατικών, όπως τα φαινολικά οξέα — αντιοξειδωτικές ουσίες που συναντώνται και σε φρούτα και λαχανικά.
Η μελέτη εξέτασε επίσης δείκτες φλεγμονής. Όσοι κατανάλωναν καφέ εμφάνιζαν αρχικά χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονής, τα οποία αυξήθηκαν προσωρινά κατά τη διακοπή, αλλά μειώθηκαν ξανά μετά την επανέναρξη της κατανάλωσης — είτε με καφεΐνη είτε χωρίς.
Παρόλα αυτά, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν άμεση αιτιώδη σχέση μεταξύ κατανάλωσης καφέ και βελτίωσης της υγείας ή της μνήμης. Το δείγμα της μελέτης ήταν σχετικά μικρό και περιορισμένο, ενώ ορισμένα αποτελέσματα μπορεί να επηρεάστηκαν από την εξοικείωση των συμμετεχόντων με τα τεστ.
Προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει τη μέτρια κατανάλωση καφέ με μειωμένο κίνδυνο για ορισμένες ασθένειες, όπως ο διαβήτης τύπου 2 και καρδιαγγειακά προβλήματα. Ωστόσο, σε ευαίσθητα άτομα, η υπερβολική κατανάλωση μπορεί να επιδεινώσει το άγχος, να προκαλέσει ταχυπαλμίες και να επηρεάσει αρνητικά τον ύπνο.




























