Η έναρξη μιας νέας χρονιάς θεωρείται σημαντική στιγμή για προσωπικές αλλαγές. Έρευνες δείχνουν ότι τα ημερολογιακά ορόσημα, όπως τα γενέθλια, οι Δευτέρες ή η νέα χρονιά, μπορεί να λειτουργήσουν ως προσωπικά κομβικά σημεία, καθώς οι άνθρωποι είναι πιο επιρρεπείς στο να αναστοχάζονται και να θέτουν νέους στόχους. Αυτό το φαινόμενο περιγράφηκε από ερευνητές πριν από μια δεκαετία ως το «φαινόμενο της νέας αρχής». Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι υποδέχονται το νέο έτος με λιγότερο ενθουσιασμό από ό,τι στο παρελθόν.
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η ψυχική υγεία επιδεινώνεται, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων και για πολλούς η αλλαγή δεν είναι κάτι ευχάριστο. Το άγχος για το κλίμα, η πολιτική αστάθεια και η οικονομική αβεβαιότητα μπορεί να κάνουν την ιδέα ενός «νέου ξεκινήματος» να φαίνεται μη ρεαλιστική.
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι οι επαναλαμβανόμενες ή επιβεβλημένες αλλαγές μπορεί να οδηγήσουν σε κόπωση. Πρόκειται για μια κατάσταση συναισθηματικής εξάντλησης που μειώνει την προθυμία των ανθρώπων να πάρουν νέες πρωτοβουλίες, ακόμη κι όταν αυτές φαίνονται θετικές. Αντί να ανανεώνουν την ελπίδα, οι εκκλήσεις για αλλαγή μπορεί να προκαλέσουν σκεπτικισμό, απόσυρση ή αποδέσμευση σε αυτούς τους ανθρώπους.
Η ικανότητά μας να φανταζόμαστε το μέλλον δεν είναι απεριόριστη. Μελέτες για το άγχος και την αβεβαιότητα δείχνουν σταθερά ότι, όταν οι άνθρωποι αισθάνονται υπό απειλή ή ότι δεν έχουν έλεγχο, περιορίζεται η σκέψη τους για το μέλλον. Τείνουν να εστιάζουν σε κινδύνους, απώλειες και στα χειρότερα σενάρια.
Έτσι, αν δυσκολεύεστε να κάνετε αλλαγές, το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα η έλλειψη φαντασίας ή ελπίδας. Μπορεί οι συνθήκες να μην είναι αυτές που πρέπει.
Έρευνα της Vlad Glăveanu στο DCU Centre for Possibility Studies επικεντρώνεται σε αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «σκέψη δυνατοτήτων» (possibility thinking). Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τι θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, εξερευνούν εναλλακτικές και αισθάνονται ικανοί να δράσουν.
Μια μελέτη του 2024 έδειξε ότι αυτά τα στοιχεία χρειάζεται να υποστηρίζουν το ένα το άλλο. Όταν οι άνθρωποι μπορούν να δουν ευκαιρίες αλλά νιώθουν ανίκανοι να δράσουν πάνω σε αυτές, ή όταν αισθάνονται κινητοποιημένοι αλλά δεν μπορούν να φανταστούν εναλλακτικές, η ουσιαστική αλλαγή γίνεται δύσκολη.
Αυτό το μοτίβο εμφανίστηκε και σε μια μελέτη του Δεκεμβρίου 2025, στην οποία συμμετείχαν εκπαιδευτικοί που λάμβαναν μέρος σε ένα πρόγραμμα επαγγελματικής ανάπτυξης με στόχο την ενίσχυση της «σκέψης δυνατοτήτων». Κατά τη διάρκεια της μελέτης, οι συμμετέχοντες έμαθαν ότι σύντομα θα μετακόμιζαν σε νέο σχολικό κτίριο, καθώς το υπάρχον επρόκειτο να κατεδαφιστεί.
Πολλοί εκπαιδευτικοί ανέφεραν συναισθηματική κόπωση στην προοπτική να χρειαστεί να «ξεκινήσουν από την αρχή», για άλλη μια φορά. Αντί για ενθουσιασμό, τα κυρίαρχη συναισθήματα ήταν εξάντληση και μειωμένη παρακίνηση.
Αν και αυτό το παράδειγμα αφορά μια μετάβαση ζωής και όχι την αλλαγή χρόνου, βοηθά να εξηγηθεί γιατί τα νέα ξεκινήματα μπορεί να μοιάζουν πιο δύσκολα σήμερα. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι μια αλλαγή είναι άδικη, ανεπαρκώς υποστηριζόμενη και ενδέχεται να τους βλάψει, είναι λιγότερο πιθανό να τη στηρίξουν και πιο πιθανό να αντιδράσουν.
Εξηγείται επίσης και γιατί πολλές αποφάσεις της Πρωτοχρονιάς δεν υλοποιούνται: οι άνθρωποι συχνά τις αντιμετωπίζουν ως δοκιμασίες, όμως η έρευνα δείχνει ότι η αλλαγή εξαρτάται πολύ περισσότερο από το πώς τίθενται οι στόχοι, πώς υποστηρίζονται και πώς ενσωματώνονται στην καθημερινή ζωή.
Δεκαετίες έρευνας για την αλλαγή συμπεριφοράς δείχνουν ότι η παρακίνηση διαμορφώνεται από το πλαίσιο. Η πίεση χρόνου, το οικονομικό άγχος, οι υποχρεώσεις κ.λπ. περιορίζουν όλα όσα μπορούν ρεαλιστικά να αλλάξουν οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους.
Η αποτελεσματική μέθοδος
Αντί να εστιάζουμε στη... μετάλλαξη του εαυτού μας, ίσως είναι πιο ρεαλιστικό να αναρωτηθούμε ποιες μικρές μετατοπίσεις είναι εφικτές να γίνουν, με δεδομένους τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουμε. Η «σκέψη δυνατοτήτων» δεν σημαίνει να αγνοούμε τα όρια ή να προσποιούμαστε ότι όλα θα βελτιωθούν. Σημαίνει να μαθαίνουμε πώς να δουλεύουμε δημιουργικά με αυτούς τους περιορισμούς, αντί να παλεύουμε εναντίον τους.
Για παράδειγμα, κάποιος που γνωρίζει ότι έχει περιορισμένο χρόνο και ενέργεια μπορεί να πει: «Θα προσθέσω έναν περίπατο 10 λεπτών στην καθημερινή μου ρουτίνα. Μετά το μεσημεριανό ή αφού αφήσω τα παιδιά στο σχολείο και θα προσαρμόζω τον χρόνο κάθε εβδομάδα ανάλογα με το τι είναι πραγματικά εφικτό για μένα».
Η έρευνα για τη συλλογική ή κοινή δράση δείχνει επίσης ότι οι άνθρωποι είναι καλύτεροι όταν η ευθύνη κατανέμεται σε ομάδες, είτε σε οικογένειες είτε σε χώρους εργασίας είτε σε κοινότητες.
Για παράδειγμα, μια οικογένεια μπορεί να πάρει μια κοινή απόφαση να τρώει περισσότερα σπιτικά γεύματα, μοιράζοντας τις εργασίες έτσι ώστε ένα άτομο να σχεδιάζει το μενού, ένα άλλο να μαγειρεύει ορισμένα βράδια και τα παιδιά να βοηθούν στην προετοιμασία. Με αυτόν τον τρόπο, η αλλαγή υποστηρίζεται και διατηρείται από την ομάδα και όχι από ένα μόνο άτομο.
Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από αβεβαιότητα και κόπωση, η αλλαγή είναι απίθανο να έρθει υπό την πίεση της «νέας αρχής».
Μπορεί, αντίθετα, να έρθει όταν υπάρχει κοινή προσπάθεια, μέσα σε όρια, και με τρόπους που κάνουν τις θετικές -έστω και μικρές- αλλαγές να φαίνονται εφικτές.
Με πληροφορίες από sciencealert




























