Για δεκαετίες η έρευνα για το Αλτσχάιμερ εστιάζει στον εγκέφαλο. Εκεί συσσωρεύονται οι χαρακτηριστικές παθολογικές πρωτεΐνες της νόσου και εκεί εμφανίζονται οι βλάβες που συνδέονται με την απώλεια μνήμης και άλλων γνωστικών λειτουργιών.
Μια νέα μελέτη όμως, δείχνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μπορεί να βρίσκεται έξω από τον εγκέφαλο.
Ερευνητές από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον στο Σεν Λούις μελέτησαν ποντίκια με χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα της νόσου Αλτσχάιμερ και εντόπισαν έναν πιθανό μηχανισμό που συνδέει το ανοσοποιητικό σύστημα με τη νευροεκφύλιση.
Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο τύποι κυττάρων, τα Τ κύτταρα, που μπορούν να συσσωρεύονται στον εγκέφαλο, και τα δενδριτικά κύτταρα, τα οποία μπορούν να ενεργοποιούν τα Τ κύτταρα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι τα κύτταρα που φαίνεται να ξεκινούν αυτή την αλυσίδα αντίδρασης δεν χρειάζεται να βρίσκονται στον εγκέφαλο.
Μια διαφορετική εικόνα για τη νόσο
Ο εγκέφαλος των ανθρώπων με Αλτσχάιμερ χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση μη φυσιολογικών μορφών δύο πρωτεϊνών, της β-αμυλοειδούς και της ταυ.
Για μεγάλο διάστημα, ιδιαίτερα η β-αμυλοειδής θεωρήθηκε από πολλούς ερευνητές βασικός παράγοντας στην καταστροφή των νευρώνων. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η εικόνα έχει γίνει πιο σύνθετη.
Ακόμη και τα νεότερα φάρμακα που στοχεύουν το αμυλοειδές προσφέρουν σχετικά περιορισμένη επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου. Αυτό δεν σημαίνει ότι το αμυλοειδές δεν έχει σημασία, αλλά έχει ενισχύσει την αναζήτηση άλλων μηχανισμών που μπορεί να συμβάλλουν στην πραγματική καταστροφή του εγκεφαλικού ιστού.
Μία από αυτές τις πιθανότητες είναι η ανοσολογική απόκριση.
Η ομάδα του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον είχε προηγουμένως βρει ενδείξεις ότι Τ κύτταρα συσσωρεύονται στον εγκέφαλο ποντικών με Αλτσχάιμερ και, σε συνεργασία με μικρογλοιακά κύτταρα - τα κύρια ανοσολογικά κύτταρα του κεντρικού νευρικού συστήματος - μπορεί να ενισχύουν τη φλεγμονή και τη νευροεκφύλιση.
Σε προηγούμενα πειράματα, όταν οι ερευνητές περιόρισαν ή εξάλειψαν τη δράση αυτών των Τ κυττάρων, παρατήρησαν μικρότερη φλεγμονή και λιγότερη περαιτέρω νευροεκφύλιση στα ποντίκια.
Αυτό δημιούργησε ένα νέο ερώτημα: ποιος ενεργοποιεί τα Τ κύτταρα;
Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στους λεμφαδένες
Τα Τ κύτταρα συχνά ενεργοποιούνται από δενδριτικά κύτταρα. Υπάρχουν ορισμένα τέτοια κύτταρα και στον εγκέφαλο, όμως προηγούμενα δεδομένα της ομάδας δεν έδειχναν ότι αυτά είναι η βασική πηγή της αντίδρασης που παρατηρείται στη συγκεκριμένη μορφή νευροφλεγμονής.
Έτσι, οι ερευνητές έστρεψαν την προσοχή τους έξω από τον εγκέφαλο.
Στη νέα μελέτη αφαίρεσαν γενετικά τα λεγόμενα συμβατικά δενδριτικά κύτταρα από τους λεμφαδένες και άλλους ιστούς των ποντικών.
Το αποτέλεσμα ήταν αξιοσημείωτο: η απουσία αυτών των κυττάρων φάνηκε να εμποδίζει τη μεγάλη συσσώρευση Τ κυττάρων στον εγκέφαλο. Παράλληλα, τα ποντίκια εμφάνισαν λιγότερη αναμενόμενη εγκεφαλική βλάβη και διατήρησαν φυσιολογική γνωστική λειτουργία.
Και υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια.
Η βελτίωση αυτή παρατηρήθηκε χωρίς να μειωθούν τα επίπεδα της παθολογικής ταυ στον εγκέφαλο.
Αυτό υποδεικνύει ότι η συσσώρευση της ταυ και η επακόλουθη ανοσολογική αντίδραση μπορεί να αποτελούν διαφορετικά, αν και συνδεδεμένα, στάδια της διαδικασίας.
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν ισχύει και στους ανθρώπους. Και εδώ χρειάζεται προσοχή.
Τα αποτελέσματα προέρχονται αποκλειστικά από μοντέλα ποντικών. Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν ο ίδιος μηχανισμός λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο στους ανθρώπους με Αλτσχάιμερ.
Παραμένει επίσης άγνωστο τι ακριβώς κάνει τα δενδριτικά κύτταρα να ενεργοποιούν τα Τ κύτταρα εναντίον του εγκεφάλου.
Οι ερευνητές υποψιάζονται ότι η συσσώρευση μη φυσιολογικής ταυ μπορεί να αποτελεί ένα από τα αρχικά ερεθίσματα, όμως αυτό χρειάζεται να αποδειχθεί.
Αν ο μηχανισμός επιβεβαιωθεί, ωστόσο, ανοίγει μια ενδιαφέρουσα θεραπευτική δυνατότητα.
Ένας στόχος έξω από τον εγκέφαλο
Ένα από τα μεγάλα προβλήματα στην ανάπτυξη φαρμάκων για νευροεκφυλιστικές ασθένειες είναι ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός. Πολλές ουσίες που θα μπορούσαν θεωρητικά να επηρεάσουν μια βιολογική διαδικασία στον εγκέφαλο δεν μπορούν να φτάσουν εκεί σε επαρκείς ποσότητες.
Αν όμως ένας κρίσιμος κρίκος της διαδικασίας βρίσκεται στους λεμφαδένες ή σε άλλους περιφερικούς ιστούς, τότε οι ερευνητές μπορεί να έχουν έναν νέο και πιο προσβάσιμο θεραπευτικό στόχο.
Η λογική δεν θα ήταν απαραίτητα να «θεραπευτεί» η ήδη υπάρχουσα εγκεφαλική βλάβη, αλλά να περιοριστεί η ανοσολογική αλυσίδα που ενδέχεται να προκαλεί περαιτέρω καταστροφή.
«Μπορεί να μην αντιστρέψει πλήρως τη νόσο, αλλά θα μπορούσε να την καθυστερήσει σημαντικά», εκτιμά ο Hao Hu, μεταδιδακτορικός ερευνητής και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
Το επόμενο βήμα της ομάδας είναι να εξετάσει αν η εξάλειψη των δενδριτικών κυττάρων σε μεγαλύτερης ηλικίας ποντίκια μπορεί επίσης να περιορίσει την εγκεφαλική βλάβη.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή ένα τέτοιο πείραμα θα πλησίαζε περισσότερο το σενάριο μιας πραγματικής θεραπείας, καθώς δεν θα παρενέβαινε στην αρχή της ζωής ενός οργανισμού, αλλά όταν η παθολογία έχει ήδη αρχίσει.
Οι ερευνητές θέλουν επίσης να εξετάσουν αν θα μπορούσαν να στοχεύσουν επιλεκτικά συγκεκριμένους λεμφαδένες, ιδιαίτερα εκείνους που βρίσκονται στην περιοχή του λαιμού, ώστε να περιοριστούν πιθανές ανεπιθύμητες επιπτώσεις.
Και υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η ανακάλυψη μπορεί να αποδειχθεί σημαντική.
Η παθολογική ταυ δεν αφορά μόνο το Αλτσχάιμερ. Συνδέεται και με αρκετές άλλες νευροεκφυλιστικές παθήσεις. Αν ο συγκεκριμένος ανοσολογικός μηχανισμός επιβεβαιωθεί, η σημασία του μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ μία μόνο ασθένεια.
Για την ώρα, πάντως, το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι πιο απλό: η βλάβη του εγκεφάλου μπορεί να μην ξεκινά και να μην συντηρείται αποκλειστικά μέσα στον εγκέφαλο.
Και αυτό σημαίνει ότι για να κατανοήσουμε πραγματικά το Αλτσχάιμερ, ίσως χρειαστεί να κοιτάξουμε ολόκληρο το ανοσοποιητικό σύστημα και όχι μόνο τον εγκέφαλο.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Nature Neuroscience.































