Το Voyager 1 είναι το ταχύτερο και πιο απομακρυσμένο αντικείμενο που έχει κατασκευάσει ποτέ ο άνθρωπος. Από την εκτόξευσή του το 1977, ταξιδεύει αδιάκοπα στο διάστημα με ταχύτητα περίπου 17 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο – πολύ μεγαλύτερη από εκείνη μιας σφαίρας τουφεκιού. Κι όμως, έπειτα από σχεδόν μισό αιώνα συνεχούς πορείας, δεν έχει ακόμη διανύσει ούτε το ένα τριακοστό της απόστασης ενός μόνο έτους φωτός.
Η αντίφαση ανάμεσα σε αυτά τα δύο δεδομένα αποκαλύπτει με εντυπωσιακό τρόπο τις πραγματικές διαστάσεις του Σύμπαντος. Αν και το Voyager 1 κινείται με ταχύτητα που για τα ανθρώπινα μέτρα μοιάζει ασύλληπτη, οι αποστάσεις ανάμεσα στα άστρα είναι τόσο τεράστιες ώστε ακόμη και το πιο επιτυχημένο διαστημικό εγχείρημα της ανθρωπότητας παραμένει, κοσμικά μιλώντας, σχετικά κοντά στην αφετηρία του.
Το διαστημικό σκάφος εκτοξεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1977 στο πλαίσιο της ομώνυμης αποστολής της NASA. Σήμερα δεν διαθέτει ενεργό σύστημα πρόωσης και συνεχίζει το ταξίδι του χάρη στην ορμή που απέκτησε από τις βαρυτικές υποβοηθήσεις των γιγάντιων πλανητών που συνάντησε στην πορεία του. Η τελευταία τέτοια συνάντηση πραγματοποιήθηκε το 1980 με τον Κρόνο, από τότε όμως το Voyager 1 διατηρεί σχεδόν αμετάβλητη την ταχύτητά του σύμφωνα με το spacedaily.com.
Πλέον βρίσκεται σε απόσταση περίπου 25 δισεκατομμυρίων χιλιομέτρων από τη Γη, περισσότερο από 170 φορές μακρύτερα από τον Ήλιο σε σχέση με τον πλανήτη μας. Το 2012 πέρασε την ηλιοπαύση, το όριο όπου εξασθενεί η επιρροή του ηλιακού ανέμου και αρχίζει ο διαστρικός χώρος, γράφοντας ιστορία ως το πρώτο ανθρώπινο κατασκεύασμα που εισήλθε σε αυτή την περιοχή του Διαστήματος.
Παρά το πρωτοφανές αυτό επίτευγμα, το Voyager 1 έχει διανύσει μόλις ένα μικρό κλάσμα της απόστασης που αντιστοιχεί σε ένα έτος φωτός. Το δεδομένο αυτό υπενθυμίζει ότι, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η τεχνολογία μας, το διάστημα παραμένει πελώριο και αχανές σε βαθμό που δύσκολα μπορεί να συλλάβει η ανθρώπινη κλίμακα.
Το πλησιέστερο αστέρι στον Ήλιο, ο Εγγύτατος Κένταυρος, βρίσκεται σε απόσταση λίγο μεγαλύτερη από τέσσερα έτη φωτός, μια απόσταση τόσο τεράστια που ακόμη και τα ταχύτερα ανθρώπινα διαστημικά σκάφη χρειάζονται δεκάδες χιλιάδες χρόνια για να την προσεγγίσουν. Το διαστημόπλοιο Voyager 1 δεν έχει προορισμό κάποιο συγκεκριμένο άστρο. Αντίθετα, συνεχίζει την πορεία του προς το διαστρικό διάστημα, ακολουθώντας μια αέναη πορεία μακριά από το Ηλιακό Σύστημα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων, σε περίπου 40.000 χρόνια το Voyager 1 θα περάσει σχετικά κοντά σε κοσμική κλίμακα από το αμυδρό αστέρι Gliese 445, σε απόσταση περίπου 1,6 ετών φωτός. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί «στόχο», αλλά μια τυχαία προσέγγιση στην αχανή διαδρομή του μέσα στον Γαλαξία.
Ένα νέο ορόσημο: Μία ημέρα φωτός από τη Γη
Πέρα από τα εντυπωσιακά μελλοντικά σενάρια, υπάρχει και ένα πιο άμεσο κοσμικό ορόσημο που αναδεικνύει την πραγματική κλίμακα του διαστήματος. Η NASA εκτιμά ότι τον Νοέμβριο του 2026, το Voyager 1 θα γίνει το πρώτο ανθρώπινο αντικείμενο που θα φτάσει σε απόσταση μίας “ημέρας φωτός” από τη Γη. Σε αυτή την απόσταση, ένα ραδιοσήμα χρειάζεται περίπου 24 ώρες για να φτάσει στο σκάφος και άλλες 24 ώρες για να επιστρέψει, δημιουργώντας μια καθυστέρηση επικοινωνίας δύο ημερών συνολικά. Για να επιτευχθεί αυτό το ορόσημο, χρειάστηκαν σχεδόν 49 χρόνια συνεχούς πορείας στο Διάστημα, με το Voyager 1 να ταξιδεύει αδιάκοπα πέρα από τους πλανήτες, τα όρια της ηλιόσφαιρας και πλέον στο διαστρικό περιβάλλον.Ένα έτος φωτός αντιστοιχεί σε περίπου 365 φορές την απόσταση που διανύει το φως σε μία ημέρα, μια κλίμακα που αποκαλύπτει το τεράστιο μέγεθος του διαστήματος.
Τα αποθέματα ενέργειάς του μειώνονται προοδευτικά
Το Voyager 1 λειτουργεί ακόμη χάρη σε θερμότητα που παράγεται από τη ραδιενεργή διάσπαση του πλουτωνίου. Ωστόσο, η διαθέσιμη ενέργεια μειώνεται σταδιακά, περίπου κατά τέσσερα βατ τον χρόνο, καθώς το καύσιμο αποδυναμώνεται. Από τα αρχικά περίπου 470 βατ ισχύος, το σκάφος έχει πλέον πέσει σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, αναγκάζοντας τους μηχανικούς να κάνουν συνεχείς επιλογές επιβίωσης. Στο Εργαστήριο Προώθησης με Αεριωθούμενα (JPL) της NASA, οι επιστήμονες επιχειρούν να παρατείνουν όσο γίνεται τη ζωή του σκάφους. Για να εξοικονομηθεί ενέργεια, όργανα απενεργοποιούνται σταδιακά, ένα προς ένα. Έτσι, το υποσύστημα κοσμικών ακτίνων απενεργοποιήθηκε στις αρχές του 2025, ενώ το όργανο μέτρησης φορτισμένων σωματιδίων χαμηλής ενέργειας ακολούθησε τον Απρίλιο του 2026. Πλέον, έχουν απομείνει μόνο δύο επιστημονικά όργανα, το ένα μετρά μαγνητικά πεδία και το άλλο ανιχνεύει κύματα πλάσματος. Παράλληλα, η ομάδα της NASA δοκιμάζει νέες στρατηγικές εξοικονόμησης ενέργειας, σε μια προσπάθεια να κερδίσει όσο περισσότερο χρόνο γίνεται για τη συνέχιση της αποστολής.
Κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα χρόνια, η ενέργεια θα μειωθεί σε τέτοιο βαθμό που κανένα όργανο δεν θα δύναται να λειτουργήσει. Τότε το Voyager 1 θα “σιγήσει”. Όμως δεν θα σταματήσει. Θα συνεχίσει να κινείται με την ίδια ταχύτητα, περίπου 17 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, ταξιδεύοντας αθόρυβα στο διαστρικό κενό. Χιλιάδες χρόνια θα περάσουν μέχρι να διανύσει την απόσταση ενός έτους φωτός, και δεκάδες χιλιάδες μέχρι να πλησιάσει ένα άλλο άστρο.
Από το 1980 και μετά, το Voyager 1 ταξιδεύει αδιάκοπα, μεταφέροντας μαζί του το χρυσό δίσκο με ήχους, εικόνες και μηνύματα της Γης. Όταν κάποτε σβήσουν τα όργανά του, θα πάψει να είναι ένα ενεργό διαστημικό σκάφος και θα μετατραπεί σε ένα αντικείμενο που συνεχίζει αέναα την πορεία του στο Γαλαξία. Θα συνεχίσει, λοιπόν, να διατηρεί την ταχύτητα και την πορεία που έχει από το 1980, ταξιδεύοντας αμετάβλητο μέσα στο διαστρικό κενό για πολύ καιρό αφότου ο πομπός του θα έχει σιγήσει μια για πάντα.

































