Περίπου 1 στα 20 βρέφη παγκοσμίως υφίσταται σωματική κακοποίηση από κάποιον που τo φροντίζει κατά τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής του.
Αυτό είναι το κεντρικό εύρημα μιας νέας μελέτης, την οποία συντόνισαν ερευνητές από την Ιατρική Σχολή του University of British Columbia και το Πανεπιστήμιο Memorial του Newfoundland και είναι η πρώτη που συγκέντρωσε ανώνυμες αναφορές από φροντιστές σχετικά με συμπεριφορές όπως το χαστούκι, το τράνταγμα, το χτύπημα ή το λεγόμενο ξύλο «διαπαιδαγώγησης».
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, περίπου το 4 έως 5% των γονιών παραδέχεται πως έχει επιδείξει σωματικά επιθετική συμπεριφορά προς το μωρό του. Οι ερευνητές τονίζουν ότι το ποσοστό αυτό είναι αρκετά υψηλό ώστε να προκαλεί σοβαρή ανησυχία και να ανοίγει τη συζήτηση για παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν τέτοιες συμπεριφορές.
Τα βρέφη εξαρτώνται πλήρως από τους φροντιστές τους, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτα στη σωματική επιθετικότητα που μπορεί να προκύψει σε πολλές περιπτώσεις, μερικές φορές σε στιγμές άγχους για τους υπερβολικά κουρασμένους γονείς, αλλά και σε οικογένειες που αντιμετωπίζουν άλλες προκλήσεις, όπως προβλήματα ψυχικής υγείας ή υπάρχουσα βία στο σπίτι.
Παρότι κάποιοι εξακολουθούν να θεωρούν πράξεις όπως ένα χτύπημα στο χέρι ή ένα ελαφρύ ξύλο ως μορφή «πειθαρχίας», οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι τέτοιες πρακτικές μπορεί να έχουν μακροχρόνιες συνέπειες στην ανάπτυξη του παιδιού, καθώς έχουν συνδεθεί με προβλήματα στη μάθηση, στη συμπεριφορά και στην ψυχική υγεία, ενώ αυξάνουν και την πιθανότητα να εμφανιστεί πιο σοβαρή βία αργότερα.
Η κατανόηση του πόσο συχνά λαμβάνουν χώρα τέτοιες συμπεριφορές θεωρείται κρίσιμη, ώστε τα συστήματα υγείας, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αλλά και οι ίδιες οι οικογένειες να επικεντρωθούν στην πρόληψη και στην παροχή υποστήριξης στους γονείς πριν μια δύσκολη στιγμή εξελιχτεί σε τραυματισμό του μωρού.
Για να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους, οι επιστήμονες ανέλυσαν 20 διαφορετικές μελέτες που περιλάμβαναν περισσότερα από 220.000 βρέφη και φροντιστές από διάφορες χώρες.
Όταν οι γονείς ρωτήθηκαν ιδιωτικά και ανώνυμα για τη συμπεριφορά τους, το 4,8% ανέφερε ότι είχε εκδηλώσει τουλάχιστον μία φορά κάποια μορφή σωματικής επιθετικότητας προς βρέφος κάτω των 24 μηνών. Όταν από τον υπολογισμό αφαιρέθηκαν οι «ηπιότερες» πράξεις όπως το ξύλο, το ποσοστό μειώθηκε ελαφρώς στο 3,9%, χωρίς όμως να αλλάζει η συνολική εικόνα, ότι δηλαδή πρόκειται για ένα φαινόμενο αρκετά συχνό αλλά κυρίως αόρατο.
Η μελέτη εξηγεί επίσης γιατί τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για την κακοποίηση παιδιών εμφανίζονται συχνά χαμηλότερα. Τα αρχεία των υπηρεσιών παιδικής προστασίας καταγράφουν συνήθως μόνο τα πιο σοβαρά περιστατικά που γίνονται αντιληπτά και που καταγγέλλονται από τρίτους. Αντίθετα, οι ανώνυμες έρευνες δίνουν τη δυνατότητα στους φροντιστές να παραδεχτούν συμπεριφορές που δεν φτάνουν ποτέ σε νοσοκομεία, στην αστυνομία ή σε κοινωνικές υπηρεσίες, επιτρέποντας έτσι στους επιστήμονες να σχηματίσουν μια πιο ρεαλιστική εικόνα για το τι συμβαίνει σε επίπεδο κοινωνίας.
Οι ερευνητές εξέτασαν και συγκεκριμένες μορφές επιθετικότητας. Το τράνταγμα των βρεφών εμφανίστηκε σε σχετικά χαμηλά αλλά ανησυχητικά ποσοστά, περίπου 2 έως 3%, ενώ το ξύλο ήταν πιο συχνό σε ορισμένα δείγματα. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι το να είσαι γονιός είναι ιδιαίτερα απαιτητικό και γεμάτο πίεση, ειδικά τα πρώτα χρόνια. Η έλλειψη ύπνου, το ασταμάτητο κλάμα και η οικονομική αβεβαιότητα μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και ψύχραιμους γονείς σε στιγμές έντονης απογοήτευσης, κατά τις οποίες αντιδρούν με τρόπους που κανονικά δεν θα επέλεγαν.
Για τον λόγο αυτό, προτείνουν πρακτικές λύσεις που μπορούν να βοηθήσουν τις οικογένειες, όπως έγκαιρη ενημέρωση των νέων γονιών για το πώς να διαχειρίζονται τις δύσκολες στιγμές, γραμμές υποστήριξης που είναι εύκολα προσβάσιμες και προγράμματα επισκέψεων στο σπίτι από επαγγελματίες υγείας. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι σημαντικό ρόλο παίζουν και οι δημόσιες πολιτικές. Οι χώρες που απαγορεύουν τη σωματική τιμωρία στέλνουν ένα σαφές μήνυμα ότι η βία δεν έχει θέση στη φροντίδα των παιδιών.
Παρά τα σημαντικά ευρήματα, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η έρευνα σε αυτόν τον τομέα χρειάζεται ακόμη περισσότερα και πιο εκτεταμένα δεδομένα, ιδιαίτερα από περιοχές του κόσμου που μέχρι σήμερα υπο-εκπροσωπούνται στις μελέτες.
Περισσότερες έρευνες θα βοηθήσουν επίσης να εξεταστούν λεπτομέρειες όπως το αν τα ποσοστά αλλάζουν ανάλογα με την ηλικία του μωρού ή με τα χαρακτηριστικά των φροντιστών, ώστε οι παρεμβάσεις πρόληψης να στοχεύουν εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό eClinicalMedicine.





























