Τα τελευταία χρόνια, η ιδέα ότι μπορούμε να επιβραδύνουμε τη γήρανση και μαζί της τις χρόνιες ασθένειες που τη συνοδεύουν έχει μετακινηθεί από τη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας στα ερευνητικά εργαστήρια.
Φάρμακα όπως η ραπαμυκίνη, η μετφορμίνη και η σπερμιδίνη έχουν βρεθεί στο επίκεντρο ερευνών που υπόσχονται περισσότερη και υγιέστερη ζωή.
Πίσω, όμως, από τα θετικά αποτελέσματα σε πειραματόζωα, τα οποία γίνονται εντυπωσιακοί τίτλοι στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κρύβεται μια λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα.
Αυτό ακριβώς υποδεικνύει μια νέα, εκτενής μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό npj Aging, η οποία ρίχνει φως στα σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα της έρευνας κατά της γήρανσης, κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε για το πόσο αξιόπιστα είναι τα ευρήματα που προκύπτουν τελικά.
Οι ερευνητές προσέφυγαν στη βάση δεδομένων DrugAge, τη μεγαλύτερη συλλογή προκλινικών μελετών που εξετάζουν φαρμακευτικές παρεμβάσεις για την παράταση της ζωής σε μη ανθρώπινα είδη, και ανέλυσαν ένα εντυπωσιακό δείγμα 667 επιστημονικών μελετών με 720 πειράματα που καλύπτουν σχεδόν οκτώ δεκαετίες έρευνας (η παλαιότερη μελέτη που συμπεριλήφθηκε δημοσιεύτηκε το 1948 και η τελευταία το 2024). Τα συμπεράσματα της ανάλυσης αποκαλύπτουν μια σειρά «ελαττωμάτων» στον σχεδιασμό των μελετών που γεννούν περισσότερα ερωτήματα παρά βεβαιότητες.
Σε πρώτη ανάγνωση, τα αποτελέσματα φαίνονται εντυπωσιακά, καθώς σχεδόν το 90% των πειραμάτων (9 στα 10) έδειξε αύξηση στη διάρκεια της ζωής, με μια μέση παράταση που αγγίζει το 14%. Όμως, αυτή η αισιόδοξη εικόνα συνοδεύεται από έντονη ετερογένεια και από σημάδια συστηματικής μεροληψίας.
Οι ερευνητές εντόπισαν φαινόμενα όπως περισσότερα θετικά αποτελέσματα σε μικρές μελέτες, υπερβολικό αριθμό στατιστικά «σημαντικών» ευρημάτων, ασυμμετρία στα λεγόμενα διαγράμματα ανεστραμμένου χωνιού (funnel plots), που συχνά υποδηλώνουν συστηματικό σφάλμα δημοσίευσης, δηλαδή τάση να δημοσιεύονται κυρίως τα θετικά αποτελέσματα.
Με απλά λόγια, το επιστημονικό αρχείο μπορεί να παρουσιάζει μια υπερβολικά ρόδινη εικόνα για την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων αντιγήρανσης.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα σχετίζεται, επίσης, με τη χαμηλή ποιότητα αναφοράς βασικών μεθοδολογικών στοιχείων. Μόλις το 20% των μελετών ανέφερε ότι χρησιμοποίησε τυχαιοποίηση, ενώ λιγότερο από το 5% έκανε λόγο για «τυφλή» χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών ή για «τυφλή» αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Πρόκειται για πρακτικές που θεωρούνται θεμελιώδεις, ώστε να μειώνονται τα σφάλματα και οι προκαταλήψεις στα πειράματα.
Ακόμη πιο σπάνια ήταν η αναφορά υπολογισμού του μεγέθους δείγματος (μόλις το 6% ανέφερε υπολογισμό), ενώ μόνο οι μισές περίπου μελέτες περιλάμβαναν δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων. Αυτές οι ελλείψεις, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, αυξάνουν τον κίνδυνο υπερεκτίμησης των αποτελεσμάτων.
«Δυστυχώς, η συνολική εικόνα αυτών των δημοσιεύσεων μοιάζει να είναι μια ευκαιριακή συσσώρευση από μη αξιόπιστα ή και πλήρως “μαγειρεμένα” ευρήματα. Μπορεί ανάμεσά τους να υπάρχουν και κάποια αληθινά αποτελεσματικά φάρμακα, αλλά με τόσο “θόρυβο” είναι πολύ δύσκολο να ανιχνευτεί ένα πραγματικό σήμα», είπε στο Dnews ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας που έκανε την ανάλυση, Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, κ. Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης.
Δύσκολο το άλμα από τα σκουλήκια στους ανθρώπους
Ένα ακόμη κρίσιμο εύρημα της ανάλυσης αφορά τη «μετάφραση» των αποτελεσμάτων στα διάφορα είδη. Οι περισσότερες μελέτες αφορούν μη θηλαστικά, όπως νηματώδεις σκώληκες και μύγες. Όταν οι ερευνητές δοκίμασαν τα ίδια φάρμακα σε θηλαστικά, διαπίστωσαν ότι μόνο περίπου το 1/3 των αποτελεσμάτων «μεταφράστηκε» θετικά.
Πιο συγκεκριμένα, από τις 35 ουσίες που μελετήθηκαν τόσο σε μη θηλαστικά όσο και σε θηλαστικά, μόνο 7 (κουρκουμίνη, σπερμιδίνη, επιθαλαμίνη, D-γλυκοζαμίνη, οιστραδιόλη, SKQ και ταυρίνη) έδειξαν κάποιο θετικό αποτέλεσμα και στις δύο κατηγορίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, φάρμακα που παρατείνουν τη ζωή στα απλούστερα είδη (π.χ., σκώληκες), μείωσαν τη διάρκεια ζωής στα θηλαστικά, όπως οι ενώσεις κερσετίνη και βουτυλιωμένο υδροξυτολουόλιο.
Με απλά λόγια, η μελέτη υποδεικνύει πως τα πειράματα σε απλούς οργανισμούς δεν προβλέπουν αξιόπιστα τι θα συμβεί σε πιο εξελιγμένα είδη, πόσω μάλλον στον άνθρωπο.
Ένα λιγότερο προβεβλημένο αλλά ουσιαστικό εύρημα αφορά το πότε ξεκινούν οι παρεμβάσεις. Η συντριπτική πλειονότητα των πειραμάτων με ουσίες αρχίζει πολύ νωρίς στη ζωή των πειραματικών μοντέλων, συχνά πριν φτάσουν στη σεξουαλική ωριμότητα. Αυτό απέχει σημαντικά από το πώς θα εφαρμόζονται τέτοιες θεραπείες στους ανθρώπους, όπου το ενδιαφέρον εστιάζεται στη μέση ή στην τρίτη ηλικία, που είναι και το πιο ρεαλιστικό σενάριο.
«Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένα σημαντικό κενό γνώσης, ειδικά τη στιγμή που το ενδιαφέρον της κοινωνίας και της βιοϊατρικής έρευνας στρέφεται σε παρεμβάσεις για υγιή γήρανση σε μεγαλύτερες ηλικίες», προσθέτει ο καθηγητής Ιωαννίδης.
Ο ίδιος διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η μελέτη δεν υποστηρίζει πως αυτές οι παρεμβάσεις σίγουρα «δεν λειτουργούν», αντίθετα υπογραμμίζει ότι το εν λόγω πεδίο έρευνας μπορεί να έχει αξιόλογες δυνατότητες, αν η επιστήμη λειτουργήσει σωστά.
Σύμφωνα με τη δημοσίευση, η προκλινική έρευνα χρειάζεται σοβαρή αναβάθμιση, καλύτερο σχεδιασμό, αυστηρότερη μεθοδολογία και αναφορά δεδομένων, μεγαλύτερη διαφάνεια και πιο ρεαλιστικά πειραματικά μοντέλα.
Οι συγγραφείς σημειώνουν πως υπάρχει ένα σημαντικό περιθώριο βελτίωσης, και πως αν αυτές οι βελτιώσεις δεν γίνουν, υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας μη ρεαλιστικών προσδοκιών στους ανθρώπους.
Η υπόσχεση για παράταση της ζωής στους ανθρώπους παραμένει ισχυρή, αλλά, όπως δείχνει αυτή η νέα ανάλυση, ο δρόμος προς την αξιόπιστη και ασφαλή εφαρμογή της είναι ακόμη μακρύς και απαιτεί πολύ πιο στέρεα επιστημονικά θεμέλια.
«Με δυο λόγια, η έρευνα για τη μακροζωία χρειάζεται λιγότερο ενθουσιασμό και περισσότερη ακρίβεια», καταλήγει ο Έλληνας επιστήμονας.

























