Το αντισυλληπτικό χάπι αποτέλεσε μια από τις πιο επαναστατικές τεχνολογίες για τη γυναικεία υγεία του 20ού αιώνα, καθώς έδωσε στις γυναίκες τον έλεγχο της γονιμότητάς τους και άνοιξε τον δρόμο για την εκπαίδευση και την επαγγελματική τους σταδιοδρομία.
Ωστόσο, μια νέα μελέτη του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης υποδηλώνει ότι αυτή η ελευθερία μπορεί να έχει ένα κρυφό κόστος: την επιδείνωση της ψυχικής υγείας.
Η πρόσβαση στο αντισυλληπτικό χάπι κατά την εφηβεία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης αργότερα στη ζωή. Οι γυναίκες που έχουν γενετική προδιάθεση για ψυχικές ασθένειες διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο να υποφέρουν στο μέλλον από αυτή την παρενέργεια.
Αυτό δείχνει η νέα μελέτη, η οποία βασίζεται σε προηγούμενη έρευνα, η οποία κατέδειξε τη σχέση μεταξύ των ορμονικών αντισυλληπτικών και των προβλημάτων ψυχικής υγείας.
Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τη μελέτη, γυναίκες που είχαν πλήρη πρόσβαση στο χάπι από τα 14 έως τα 21 τους έτη παρουσίασαν 20-35% υψηλότερα σκορ κατάθλιψης σε μετρήσεις στην ενήλικη ζωή, σε σύγκριση με όσες δεν είχαν πρόσβαση.
«Γνωρίζουμε ότι το αντισυλληπτικό χάπι είχε τεράστιες κοινωνικές συνέπειες και έχει επηρεάσει θετικά τις επαγγελματικές διαδρομές των γυναικών, αλλά έχουμε παραβλέψει το γεγονός ότι μπορεί επίσης να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ψυχική υγεία, και αυτό έχει επιπτώσεις στον τρόπο που κατανοούμε τη συνολική του επίδραση», λέει η ερευνήτρια πίσω από τη μελέτη, Franziska Valder, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικών και στο Center for Economic Behavior and Inequality (CEBI) του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης.
Συνδυάζοντας δεδομένα σχετικά με τη νομοθεσία, τα γενετικά προφίλ κινδύνου και την πορεία ζωής χιλιάδων Αμερικανίδων, η μελέτη τεκμηριώνει ότι οι γυναίκες με υψηλό γενετικό κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης βιώνουν σημαντικά χειρότερη ψυχική υγεία εάν χρησιμοποίησαν το αντισυλληπτικό χάπι κατά την εφηβεία τους.
«Δεν επηρεάζονται όλες οι γυναίκες. Αλλά σε εκείνες με γενετική ευαλωτότητα, βλέπουμε ότι το αντισυλληπτικό χάπι μπορεί να πυροδοτήσει ψυχικές ασθένειες», εξηγεί η Franziska Valder.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι αρνητικές ψυχικές επιπτώσεις μπορούν να υπονομεύσουν τις θετικές επιπτώσεις του αντισυλληπτικού χαπιού στην εκπαίδευση και την εξέλιξή των γυναικών στην αγορά εργασίας.
«Οι γυναίκες που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο κατάθλιψης και που είχαν πρόσβαση στο χάπι στην εφηβεία τους επιτυγχάνουν λιγότερα χρόνια εκπαίδευσης, έχουν χαμηλότερη παραγωγικότητα στην εργασία και αναφέρουν περισσότερες ημέρες ασθένειας και λειτουργικών διαταραχών», εξηγεί η Franziska Valder.
Η επιστήμονας διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για επίθεση στα αντισυλληπτικά χάπια συνολικά, αλλά για ανάγκη πιο ολοκληρωμένης, εξατομικευμένης ιατρικής καθοδήγησης.
«Το θέμα δεν είναι να απαγορεύσουμε την πρόσβαση στο χάπι από καμία γυναίκα», λέει, «αλλά να λαμβάνουμε υπόψη πιθανές παρενέργειες, ειδικά σε άτομα με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης ψυχικών διαταραχών».
Η ερευνήτρια καλεί επίσης για περισσότερη έρευνα σε μη ορμονικές μεθόδους αντισύλληψης και για καλύτερο screening για ψυχική ευαλωτότητα πριν από την έναρξη ορμονικής αντισύλληψης
Η μελέτη, που εμφανίστηκε στο Journal of Labor Economics, δημοσιεύεται σε μια εποχή που η πρόσβαση στην άμβλωση έχει περιοριστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και η συζήτηση για την αντισύλληψη και την υγεία των γυναικών είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
Η συγκεκριμένη εργασία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ερευνητικό ρεύμα που έχει βρει πιθανές συσχετίσεις μεταξύ ορμονικών αντισυλληπτικών και ψυχικών συμπτωμάτων, αν και η βιβλιογραφία δίνει μικτά αποτελέσματα: κάποιες μελέτες δείχνουν αύξηση του κινδύνου κατάθλιψης ή άλλων συμπτωμάτων για ορισμένες μορφές χρήσης, ενώ άλλες δεν αποκαλύπτουν μια στατιστικά ξεκάθαρη σχέση.



























