Στα κεντρικά ζητήματα την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα και την Ευρώπη και τη θέση της αριστεράς στην πολιτική ζωή της χώρας αναφέρθηκε το πρωί της Κυριακής (8/11) ο εκπρόσωπος τύπου της Νέας Αριστεράς, Γιώργος Λυκοπάντης.
Μιλώντας «Στο Κόκκινο 105,5», ο κ. Λυκοπάντης σημείωσε πως οι εικόνες από τις κοινωνικές κινητοποιήσεις από όλη την Ευρώπη προκαλούν αισιοδοξία όμως ταυτόχρονα εξέφρασε τον προβληματισμό του για τις ακροδεξιές φωνές από «ναζιστικές οργανώσεις και ομάδες που σηκώνουν ξανά κεφάλι». Παράλληλα, αναφέρθηκε σε πιθανή σύγκλιση της αριστερής πτέρυγας αλλά και την θέση της Νέας Αριστερας απέναντι στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και τον Αλέξη Τσίπρα.
Αναλυτικά όσα είπε:
Ερωτηθείς εάν οι πρόσφατες ακροδεξιές και φασιστικές επιθέσεις συνιστούν ένα νέο μοτίβο αντίστοιχο με εκείνο της προηγούμενης δεκαετίας, ο Γιώργος Λυκοπάντης ανέφερε: «Η πιο ανησυχητική συζήτηση αυτής της περιόδου είναι το γεγονός ότι παγκοσμίως, αλλά πλέον ειδικά και στη χώρα μας, φασιστικές και ναζιστικές οργανώσεις και ομάδες σηκώνουν ξανά κεφάλι. Η αποφυλάκιση Κασιδιάρη φαίνεται να γεμίζει αυτοπεποίθηση όλους όσοι ηττήθηκαν και στον δρόμο την προηγούμενη δεκαετία και από τη Δικαιοσύνη. Μέσα σε λίγες ημέρες έχουμε σειρά δολοφονικών και βίαιων επιθέσεων. Αυτό δείχνει ότι πρέπει να υπάρξει επαγρύπνηση, αλλά και ενίσχυση του αντιφασιστικού λόγου και του αντιφασιστικού κινήματος. Και υπάρχει και κάτι ακόμη: η Ακροδεξιά επιβάλλει ατζέντα. Βλέπουμε έναν ρατσιστικό λόγο ακόμη και απέναντι σε ανθρώπους αλβανικής καταγωγής που ζουν, δουλεύουν και έχουν μεγαλώσει μαζί με εμάς και τις οικογένειές μας, πολλοί από τους οποίους έχουν γεννηθεί εδώ. Εδώ είναι το καθήκον της Αριστεράς. Όπως πριν από μία δεκαετία με τη Χρυσή Αυγή, έτσι και τώρα, να μην επιτρέψουμε αυτό το δηλητήριο να κυριαρχήσει ούτε στο Κοινοβούλιο ούτε στην κοινωνία».
Αναφερόμενος στην ταυτόχρονη άνοδο της Ακροδεξιάς και των κοινωνικών κινητοποιήσεων στην Ευρώπη, σημείωσε: «Υπάρχουν εικόνες που πραγματικά μας γεμίζουν αισιοδοξία. Υπάρχουν πολιτικά συμπεράσματα από εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά και από το κίνημα στη Γαλλία, ιδιαίτερα από τη νεολαία. Υπάρχει η ήττα του Μπολσονάρο από τον Λούλα, υπάρχει η νίκη της Die Linke στο Βερολίνο και υπάρχει ένα σπουδαίο κίνημα στη Γαλλία που ενώνει μαθητές, νέους και εργαζόμενους. Το σύνθημα “λεφτά για την Παιδεία και όχι για τους πολέμους” συμπυκνώνει την πολιτική διαπάλη που διεξάγεται αυτή τη στιγμή. Σε ένα περιβάλλον πολεμικής στροφής των οικονομιών και επιβολής της ακροδεξιάς ατζέντας, βλέπουμε ότι υπάρχει και ένας διαφορετικός δρόμος: ο δρόμος της κοινωνικής κινητοποίησης».
Σε ερώτηση για το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών και την ενίσχυση πιο ριζοσπαστικών τάσεων στο εσωτερικό των Δημοκρατικών, ο Εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Αριστεράς απάντησε: «Υπάρχει ένα σημαντικό ποιοτικό στοιχείο. Σε πολλές πολιτείες οι Δημοκρατικοί είχαν ένα πιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα που έσπασε στεγανά σε σχέση με προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Και όταν λέμε “ριζοσπαστικό”, δυστυχώς το 2026 πολλές φορές μιλάμε για το αυτονόητο: ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ένα σπίτι, κοινωνική πρόνοια και κοινωνική ασφάλιση. Αυτά είναι ζητήματα της καθημερινότητας που οι προοδευτικές και αριστερές δυνάμεις είχαν σε μεγάλο βαθμό απολέσει από τον λόγο τους και πάνω σε αυτό το έλλειμμα πάτησε η Ακροδεξιά. Τώρα βλέπουμε ότι όπου οι προοδευτικές και αριστερές δυνάμεις πετυχαίνουν, το κάνουν επειδή συνδέονται ξανά με τις αγωνίες και τα όνειρα των μεγάλων κοινωνικών πλειοψηφιών».
Πρόσθεσε ότι «η αμφισβήτηση της πολιτικής Τραμπ, πόσο μάλλον όταν γίνεται από αριστερή ή εν δυνάμει αριστερή σκοπιά, είναι ένα σημαντικό γεγονός», ενώ σημείωσε πως η πολιτική αποδυνάμωσή του αποδυναμώνει και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ερωτηθείς για την κατάσταση της Νέας Αριστεράς, ενόψει και της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής, καθώς και για τη στρατηγική των συνεργασιών, ο Γιώργος Λυκοπάντης ανέφερε: «Μετά την αποχώρηση στελεχών της Νέας Αριστεράς που κατευθύνθηκαν ή έχουν ήδη κατευθυνθεί στο κόμμα του κυρίου Τσίπρα, έχουμε μπει σε μια διαδικασία οργανωτικής ανασύνταξης και πολιτικής αντεπίθεσης. Δεν ζούμε σε έναν χρυσελεφάντινο πύργο. Καταλαβαίνουμε ότι δημοσκοπικά πιεζόμαστε και δοκιμαζόμαστε. Αυτό όμως που αναλύουμε είναι τη μάχη απέναντι στην Ακροδεξιά, τη μάχη κατά της ακρίβειας, τη μάχη για να φορολογηθούν οι πλούσιοι και αυτοί οι πόροι να κατευθυνθούν στη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Θεωρούμε σημαντικό να υπάρξει ένα μέτωπο των δυνάμεων της Αριστεράς, της ριζοσπαστικής Αριστεράς, των συλλογικοτήτων και των κοινωνικών αναχωμάτων που αναζητούν πολιτική έκφραση, ώστε να υπάρχει μια επιλογή ψήφου της Αριστεράς στις επόμενες εκλογές. Δεν το λέμε επειδή κάποιοι πολιτικοί χώροι αγωνιούν για την εκλογική τους επιβίωση. Το λέμε επειδή είναι πολιτικά ορθό. Μας το επιβάλλει το καθήκον να υπάρχει ισχυρή Αριστερά και στη Βουλή και στους αγώνες και μας το επιβάλλει η ίδια η πολιτική συγκυρία».
Σχετικά με το αν υπάρχει επαρκής χρόνος για να διαμορφωθούν προγραμματικές συγκλίσεις μέχρι τις εκλογές, υπογράμμισε: «Τα τραύματα που έχουν συνοδεύσει τις διασπάσεις στον χώρο της Αριστεράς, ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, είναι ισχυρά και έχουν βαθύ πολιτικό και ιστορικό βάθος. Εκτιμώντας ότι έχουμε αρκετούς μήνες μέχρι τις εκλογές, θεωρώ ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένα πεδίο προγραμματικής σύγκλισης. Και αυτή θα είναι η πολιτική αποκρυστάλλωση μιας πορείας που έχει ήδη ξεκινήσει εδώ και καιρό. Συναντιόμαστε με πολιτικές οργανώσεις και κόμματα της Αριστεράς στα κινήματα, στους συνδικαλιστικούς και φοιτητικούς αγώνες, στη μάχη για τη Γάζα, στις πρωτοβουλίες για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Υπάρχουν κοινωνικοί χώροι όπου οι δυνάμεις της Αριστεράς έχουν ήδη κοινή έκφραση. Αυτό πρέπει να μεταφραστεί και σε μια ενιαία πολιτική έκφραση στις επόμενες εκλογές».
Για την κριτική ότι η Νέα Αριστερά καθυστερεί να πάρει αποφάσεις και χάνει πολιτικές ευκαιρίες, απάντησε: «Εκτιμώ ότι οι αποφάσεις που έχουμε πάρει έως σήμερα είναι πολιτικά ορθές, προφανώς με συνέπειες και κόστος, γιατί πήραμε τις δύσκολες και όχι τις εύκολες αποφάσεις. Με καθαρότητα, προγραμματική σαφήνεια και συζήτηση για όσα έχουν συμβεί στον χώρο της Αριστεράς, αλλά κυρίως με γνώμονα ότι μπορούμε και πρέπει να ζήσουμε καλύτερα, υπάρχει χρόνος και ανάγκη για συζήτηση».
Το κάλεσμα στις δυνάμεις της Αριστεράς
Ερωτηθείς ειδικότερα για τις συζητήσεις με άλλες δυνάμεις της Αριστεράς και τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Γιώργος Λυκοπάντης σημείωσε: «Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης είχε απευθύνει από τη ΔΕΘ κάλεσμα στις δυνάμεις του ΜέΡΑ25, σε συλλογικότητες και οργανώσεις που παρεμβαίνουν στους μαζικούς χώρους, ώστε αυτό που υπάρχει κινηματικά να μπορέσει να αποκτήσει και πολιτική αποτύπωση στην κατεύθυνση μιας ενιαίας πολιτικής έκφρασης. Σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, εκτιμώ ότι έχει περάσει μια πολύ ισχυρή κρίση την τελευταία τριετία. Υπάρχουν σύντροφοι και συντρόφισσες στις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, άνθρωποι απογοητευμένοι και ματαιωμένοι, αλλά με αγωνία για το μέλλον της Αριστεράς, με τους οποίους μπορούμε, συζητάμε και πρέπει να συζητάμε. Υπάρχει όμως ένα τεράστιο πρόβλημα στον χώρο της Αριστεράς: το ζήτημα της αναξιοπιστίας. Αυτό προκύπτει και από επιλογές όπως η στήριξη του Στέφανου Κασσελάκη και η διαλυτική πορεία που ακολούθησε ο χώρος. Αυτά πρέπει να απολογιστούν με υπευθυνότητα, σοβαρότητα και συνέπεια. Η βαθιά πληγή που βασανίζει όλη την προοδευτική και αριστερή αντιπολίτευση είναι η πληγή της αξιοπιστίας. Και για να μπορέσουμε να την επουλώσουμε πρέπει πρώτα να την αναγνωρίσουμε».
«Η ΕΛ.Α.Σ. δεν ανήκει στην Αριστερά»
Τέλος, ερωτηθείς εάν η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα εντάσσεται στον ίδιο πολιτικό χώρο με τη Νέα Αριστερά, απάντησε: «Η ΕΛ.Α.Σ. του κυρίου Τσίπρα δεν έχει καμία σχέση με την Αριστερά. Για εμάς είναι καθαρό. Ένα κόμμα που δεν μιλά για τα δημόσια πανεπιστήμια αλλά για τα ιδιωτικά, που υπερασπίζεται τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες και φοβάται να ψελλίσει βασικές, διαχρονικές θέσεις και αρχές της Αριστεράς, έχει τοποθετήσει τον εαυτό του σε έναν άλλο πολιτικό χώρο. Προφανώς δεν είναι εχθρός μας. Εχθρός μας είναι οι πολιτικές της κυβέρνησης. Όμως και η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να αδυνατούν να συγκροτήσουν ένα πλήρως ανταγωνιστικό πολιτικό πρόγραμμα και σχέδιο που θα δημιουργούσε προοπτική ανατροπής της κυβέρνησης. Και αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορούν και, ενδεχομένως, δεν θέλουν να συγκρουστούν με τα μεγάλα συμφέροντα που αυτή τη στιγμή λυμαίνονται τον τόπο».
































