Υπάρχουν αποστολές που περνούν σχεδόν απαρατήρητες και αποστολές που αποκτούν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος πριν ακόμη ξεκινήσουν. Η 43η Διακοινοβουλευτική Συνάντηση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κίνας ανήκε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Για πρώτη φορά έπειτα από οκτώ χρόνια, αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επισκέφθηκε επίσημα την Κίνα. Το γεγονός αυτό από μόνο του προσέδιδε ιδιαίτερη σημασία σε κάθε συνάντηση, σε κάθε επαφή και σε κάθε μήνυμα που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δύο πλευρών. Οι σχέσεις Βρυξελλών και Πεκίνου πέρασαν τα τελευταία χρόνια από περιόδους έντασης, αμοιβαίων κυρώσεων και πολιτικής ψυχρότητας. Για τον λόγο αυτό, η πραγματοποίηση της αποστολής αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως μια προσπάθεια επανεκκίνησης του θεσμικού διαλόγου σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία, η τεχνολογία και η γεωπολιτική επανακαθορίζουν τις παγκόσμιες ισορροπίες.
Η αποστολή ήταν περιορισμένη σε μέγεθος αλλά ιδιαίτερα σημαντική ως προς τη σύνθεσή της. Συνολικά συμμετείχαν δώδεκα ευρωβουλευτές από διαφορετικές πολιτικές ομάδες και κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανάμεσά τους υπήρχαν εκπρόσωποι από τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ισπανία, την Ολλανδία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία και την Ελλάδα. Η γερμανική παρουσία ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη αν αναλογιστεί κανείς το ειδικό βάρος της γερμανικής οικονομίας στις σχέσεις Ευρώπης και Κίνας, ιδιαίτερα στους τομείς της βιομηχανίας, της αυτοκινητοβιομηχανίας και των εξαγωγών.
Η συμμετοχή του Έλληνα ευρωβουλευτή Σάκη Αρναούτογλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η αποστολή δεν περιλάμβανε το σύνολο των μελών της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με την Κίνα. Η σύνθεση προέκυψε μέσα από διαδικασία επιλογής μεταξύ των ενδιαφερομένων μελών της Αντιπροσωπείας, με τον Σάκη Αρναούτογλου να αποτελεί το μοναδικό ελληνικό μέλος της αποστολής. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με την Κίνα, η παρουσία ελληνικής εκπροσώπησης σε αυτή την αποστολή αποκτούσε ξεχωριστή αξία.
Οι προκλήσεις της επόμενης 10ετίας
Από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις στο Πεκίνο έγινε σαφές ότι το επίκεντρο των συζητήσεων δεν ήταν τόσο η διαχείριση των σημερινών προβλημάτων όσο η προετοιμασία για τις προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας. Οι αναφορές στο νέο 15ο Πενταετές Σχέδιο της Κίνας επανέρχονταν σχεδόν σε κάθε συνάντηση. Για τους Κινέζους αξιωματούχους, το σχέδιο αυτό αποτελεί τον βασικό οδικό χάρτη για την οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη της χώρας τα επόμενα χρόνια.
Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί, οι μπαταρίες, οι σπάνιες γαίες, η πράσινη μετάβαση και η βιομηχανία υψηλής προστιθέμενης αξίας βρέθηκαν στο επίκεντρο των παρουσιάσεων και των συζητήσεων. Ήταν εμφανές ότι η Κίνα δεν αντιμετωπίζει αυτούς τους τομείς ως απλούς κλάδους της οικονομίας. Τους αντιμετωπίζει ως στρατηγικά εργαλεία για τη διατήρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της.
Οι Ευρωπαίοι ευρωβουλευτές προσέγγισαν τα ζητήματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Άλλοι εστίασαν περισσότερο στις εμπορικές ανισορροπίες μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας. Άλλοι ανέδειξαν ζητήματα οικονομικής ασφάλειας, πρόσβασης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά ή προστασίας κρίσιμων βιομηχανικών τομέων. Παρά τις επιμέρους διαφορές, υπήρχε μια κοινή διαπίστωση. Η σχέση Ευρώπης και Κίνας εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου η συνεργασία και ο ανταγωνισμός συνυπάρχουν ταυτόχρονα.
Αμοιβαιότητα
Σε πολλές συζητήσεις επανήλθε το ζήτημα της αμοιβαιότητας. Οι Ευρωπαίοι συνομιλητές τόνιζαν ότι η οικονομική συνεργασία μπορεί να ενισχυθεί μόνο εφόσον υπάρχουν ισότιμοι όροι πρόσβασης στις αγορές και δίκαιος ανταγωνισμός. Από την άλλη πλευρά, οι Κινέζοι αξιωματούχοι υπογράμμιζαν τη σημασία της συνεργασίας και της αποφυγής νέων εμπορικών εντάσεων. Η μετάβαση στη Γουχάν έδωσε μια διαφορετική διάσταση στην αποστολή. Αν το Πεκίνο ήταν ο χώρος όπου κυριάρχησαν οι πολιτικές συζητήσεις, η Γουχάν ήταν ο χώρος όπου μπορούσε κανείς να δει στην πράξη πώς υλοποιούνται οι στρατηγικές επιλογές της Κίνας.
Οι επισκέψεις σε επιχειρήσεις, τεχνολογικά κέντρα και βιομηχανικές εγκαταστάσεις επέτρεψαν στα μέλη της αποστολής να διαπιστώσουν από κοντά την έκταση των επενδύσεων που πραγματοποιούνται σε τομείς υψηλής τεχνολογίας. Η σύνδεση πανεπιστημίων, έρευνας και παραγωγής, η ταχύτητα υλοποίησης μεγάλων έργων και η συστηματική υποστήριξη της καινοτομίας αποτέλεσαν κοινά χαρακτηριστικά σε πολλές από τις παρουσιάσεις που πραγματοποιήθηκαν.
Όσο προχωρούσε η αποστολή, γινόταν όλο και πιο εμφανές ότι η Κίνα επενδύει με συνέπεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό σε τομείς που θεωρεί καθοριστικούς για το μέλλον της. Η εικόνα που σχηματίζεται δεν είναι εκείνη μιας χώρας που στηρίζεται αποκλειστικά στο μέγεθος της οικονομίας της. Είναι η εικόνα μιας χώρας που επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τη θέση της μέσα από την τεχνολογία, την καινοτομία και τη βιομηχανική παραγωγή.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρέμβαση του Σάκη Αρναούτογλου ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να χάσει τη μάχη της παραγωγής, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν παρουσιάστηκε ως θεωρητική πολιτική θέση αλλά ως ένα συμπέρασμα που προέκυπτε φυσικά μέσα από τις συναντήσεις και τις εικόνες που αντίκριζαν καθημερινά τα μέλη της αποστολής. Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση καταγράφηκε και στο επίσημο media monitoring που συνόδευσε την επίσκεψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Το στοίχημα για την Ευρώπη και την Κίνα
Φεύγοντας από την Κίνα, δύσκολα μπορούσε κανείς να αγνοήσει το βασικό μήνυμα που αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της αποστολής. Η Ευρώπη και η Κίνα εξακολουθούν να χρειάζονται η μία την άλλη, όμως η σχέση τους γίνεται ολοένα πιο σύνθετη. Η Ευρώπη επιδιώκει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, ισχυρότερη βιομηχανική βάση και περισσότερη τεχνολογική αυτονομία. Η Κίνα συνεχίζει να επενδύει συστηματικά σε τομείς που θεωρεί στρατηγικούς για τη μελλοντική της ισχύ.
Η αποστολή στο Πεκίνο και στη Γουχάν δεν έδωσε όλες τις απαντήσεις. Έδωσε όμως μια πολύ καθαρή εικόνα για το μέγεθος των προκλήσεων που βρίσκονται μπροστά τόσο για την Ευρώπη όσο και για την Κίνα. Και ίσως αυτό να ήταν το σημαντικότερο αποτέλεσμα μιας επίσκεψης που πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τις σχέσεις των δύο πλευρών.
Αν υπήρχε ένα συμπέρασμα που ακολουθούσε σχεδόν κάθε συζήτηση, αυτό ήταν ότι η επόμενη δεκαετία δεν θα κριθεί μόνο από τις πολιτικές αποφάσεις. Θα κριθεί από την ικανότητα των οικονομιών να παράγουν γνώση, τεχνολογία, καινοτομία και πραγματική βιομηχανική ισχύ. Εκεί ακριβώς βρίσκεται σήμερα το μεγάλο στοίχημα τόσο για την Ευρώπη όσο και για την Κίνα.
Οι εικόνες της Ευρωπαϊκής αποστολής που εξασφάλισε το Dnews









































