Η Ευρώπη σε «Πανικό» για τη Βιομηχανική Κυριαρχία της Κίνας
Η Κάγια Κάλλας, η κορυφαία διπλωμάτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άφησε πρόσφατα να εννοηθεί ότι ο τερματισμός της εξάρτησης της ηπείρου από την Κίνα μοιάζει με την προσπάθεια θεραπείας μιας ασθένειας. Ενδέχεται να χρειαστεί «χημειοθεραπεία», δήλωσε, και αυτό πιθανόν να είναι επώδυνο.
Τα σχόλια αυτά αποτελούν ενδεικτικό παράδειγμα του ύφους που υιοθετεί ολοένα και πιο συχνά η Ευρώπη απέναντι στην Κίνα, τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των «27» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Καθώς το Πεκίνο υιοθετεί πιο επιθετικές εμπορικές πολιτικές και οι εισαγωγές από την Κίνα προς την Ευρώπη καταγράφουν κατακόρυφη άνοδο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες και οι επιχειρήσεις ανησυχούν για την εξάρτησή τους από τα κινεζικά προϊόντα - και συζητούν τρόπους απεξάρτησης.
Με την Κίνα να γίνεται διαρκώς όλο και πιο κυρίαρχη στη μεταποίηση, η Ευρώπη βλέπει μια υπαρξιακή απειλή για τις δικές της βιομηχανίες.
«Το κλίμα είναι βασικά κλίμα πανικού», δηλώνει ο Τζερόμιν Ζέτελμεγιερ, διευθυντής του Bruegel, οικονομικού think tank με έδρα τις Βρυξέλλες. «Υπάρχει μια αίσθηση επικείμενης κατάρρευσης της βιομηχανίας, ένας επικείμενος κίνδυνος».
Η ανησυχία στις Βρυξέλλες αντιμετωπίζεται με εχθρότητα στο Πεκίνο, ενώ η αντιπαράθεση αναμένεται να οξυνθεί περαιτέρω τις επόμενες εβδομάδες όταν οι παγκόσμιοι ηγέτες θα συζητήσουν για τις παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες στη σύνοδο της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας.
Η Κίνα αναμένεται, παράλληλα, να βρεθεί στην ατζέντα της συνόδου των 27 κορυφαίων ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την Παρασκευή, το εκτελεστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να διεξάγει μια προκαταρκτική συζήτηση σχετικά με πολιτικές έναντια στην Κίνα, που θα μπορούσε να δώσει τον τόνο για τις επόμενες διαβουλεύσεις.
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν ακόμη την ελπίδα ότι ίσως μπορέσουν να συνεργαστούν με την Κίνα για τη διόρθωση των εμπορικών ανισορροπιών, οι οποίες έχουν γίνει εντονότερες καθώς το Πεκίνο έχει αυξήσει τις εξαγωγές για να τονώσει την οικονομική του ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, όμως, εξετάζουν ισχυρότερα εμπορικά και βιομηχανικά μέτρα για να περιορίσουν την αυξανόμενη επικυριαρχία της Κίνας σε ευαίσθητους τομείς.
Η μείωση της εξάρτησης από την Κίνα θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά περίπλοκη για την Ευρώπη. Πολιτικοί και επιχειρήσεις φοβούνται αντίποινα, ενώ οι καταναλωτές είναι εθισμένοι σε όσα πουλάει η Κίνα.
Οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να αγοράζουν μαζικά φθηνότερα κινεζικά αγαθά, ιδίως ηλεκτρικά οχήματα, τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη προσπαθήσει, ανεπιτυχώς, να σταματήσει από το να κατακλύσουν την αγορά της.
«Δεν βρισκόμαστε σε καλό σημείο», δηλώνει η Ρεμπέκα Αρτσεζάτι, η οποία εδρεύει στις Βρυξέλλες για λογαριασμό του Ινστιτούτου Mercator για τις Κινεζικές Σπουδές. Σημείωσε ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αναμετρηθούν με τους ψηφοφόρους και με πιο βραχυπρόθεσμες πολιτικές σκοπιμότητες - και αυτό δυσχεραίνει την αναχαίτιση των ροών από την Κίνα, ειδικά αν το Πεκίνο προχωρήσει σε αντίποινα. «Τα συστήματά μας δεν σχεδιάστηκαν για να αντιμετωπίσουν μια τέτοια πρόκληση», εξηγεί η Αρτσεζάτι.
Η Κίνα διαθέτει κρατικές επιδοτήσεις και προγράμματα που έχουν ενισχύσει τη θέση των εργοστασίων και των εταιρειών της χώρας. Η κυβέρνηση στο Πεκίνο βασίστηκε στη βιομηχανία, αφότου η κρίση στην αγορά ακινήτων ανάγκασε τους ιθύνοντες χάραξης πολιτικής να αναζητήσουν μια άλλη μηχανή ανάπτυξης. Καθώς οι αμερικανικοί δασμοί κατέστησαν τις εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες πιο περίπλοκες για τους Κινέζους παραγωγούς, τα εργοστάσια αυτά αύξησαν τις εξαγωγές τους σε αγορές όπως η Ευρώπη.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, οι εισαγωγές από την Κίνα προς την Ευρώπη σημειώσαν κατακόρυφη αύξηση. Ανάλυση των τελωνειακών δεδομένων του 2026 από το διαδικτυακό ενημερωτικό δελτίο Soapbox και το Ινστιτούτο Mercator για τις Κινεζικές Σπουδές διαπίστωσε ότι η εμπορική ανισορροπία της Κίνας με την Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ στις αρχές του έτους, καθώς τα ηλεκτρικά οχήματα εισέρρεαν μαζικά. Η αύξηση αυτή σημειώθηκε τη στιγμή που οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες ήρθαν αντιμέτωπες με την υποχώρηση της ζήτησης στο εσωτερικό τους και στράφηκαν προς την Ευρώπη.
Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές στράφηκαν σε πιο «πράσινες» εναλλακτικές λύσεις, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ώθησε τις τιμές των καυσίμων προς τα πάνω. Αυτό ακολούθησε ένα εμπορικό έλλειμμα σε αγαθά το 2025 ύψους περίπου $418 δισεκατομμυρίων, με βάση τα στοιχεία της Ε.Ε.
Ο συνδυασμός αυτός απειλεί τους Ευρωπαίους κατασκευαστές και τους υπαλλήλους τους, ιδίως σε χώρες όπως η Γερμανία, η οποία παραδοσιακά αποτελεί μεγάλο παραγωγό αυτοκινήτων και χημικών και τώρα πασχίζει να παραμείνει ανταγωνιστική. Καθώς οι ανησυχίες εντείνονται, η Ευρώπη στρέφεται σε σκληρότερη ρητορική και πιο τολμηρές ιδέες.
Ο Εμανουέλ Μακρόν, επί μακρόν επικριτής της Κίνας, κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να θεσπίσει μέτρα που προστατεύουν τις στρατηγικές βιομηχανίες, παρόμοια με εκείνα που διαθέτουν και χρησιμοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος συχνά θεωρείται ένας από τους πιο φιλικούς προς το Πεκίνο ευρωπαίους ηγέτες, δήλωσε κατά τη διάρκεια πρόσφατου ταξιδιού του στο Πεκίνο ότι η ήπειρος χρειάζεται από την Κίνα να «ανοίξει» την αγορά της, «ώστε η Ευρώπη να μην αναγκαστεί να κλειστεί στον εαυτό της».
Η Ισπανία συντάχθηκε πρόσφατα με τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Λιθουανία και την Ολλανδία στη σύνταξη ενός εγγράφου που προτρέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση να απαντήσει επιθετικά, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης νέων εμπορικών εργαλείων. Αν και το έγγραφο δεν κατονόμαζε ρητά την Κίνα, επέκρινε τους εμπορικούς εταίρους με «συστημική και δομική βιομηχανική υπερπαραγωγική ικανότητα».
Ο Μπραντ Σέτσερ, οικονομολόγος στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, ανέφερε ότι πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες αναγκάζονται να κινούνται προσεκτικά με την Κίνα λόγω του φόβου των αντιποίνων. Ωστόσο, πρόσθεσε, ο φόβος τους για απώλειες στον μεταποιητικό τομέα ενδέχεται τελικά να υπερτερήσει, ακόμη και σε χώρες όπως η Γερμανία.
Η Ευρώπη λαμβάνει ήδη ορισμένα μέτρα για να προστατευτεί, συμπεριλαμβανομένης της προτεινόμενης από την Ευρωπαϊκή Ένωση Πράξης για τη Βιομηχανική Επιτάχυνση (Industrial Accelerator Act), μιας ευρείας πολιτικής που αποσκοπεί στην ανασυγκρότηση της μεταποιητικής βάσης του μπλοκ. Ο σχεδιασμός του σχεδίου θα απέκλειε ουσιαστικά τις κινεζικές εταιρείες από το να επωφεληθούν από ορισμένες βασικές επιδοτήσεις, βοηθώντας ιδιαίτερα τα ευρωπαϊκής κατασκευής ηλεκτρικά οχήματα. Η πολιτική αυτή αντιμετωπίστηκε με οργή από το Πεκίνο, το οποίο μίλησε για προστατευτισμό και προειδοποίησε με αντίποινα.
Ωστόσο, η ίδια η ολοένα και πιο επιθετική στάση της Κίνας στο εμπόριο συνέβαλε στην ένταση των ευρωπαϊκών αντιδράσεων. Πέρυσι, η Κίνα απαγόρευσε δύο φορές τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μαγνητών, ως αντίποινα στους αμερικανικούς δασμούς. Οι απαγορεύσεις έπληξαν την Ευρώπη, η οποία χρησιμοποιεί και τα δύο υλικά στην παραγωγή υψηλής τεχνολογίας και πράσινης ενέργειας. Η κατάρρευση της εφοδιαστικής αλυσίδας κατέστησε σαφές στις ευρωπαϊκές εταιρείες το πόσο εξαρτημένες ήταν.
Τον Απρίλιο, το Πεκίνο παρουσίασε κανόνες που δίνουν στους αξιωματούχους την εξουσία να εξετάζουν εταιρικά αρχεία, να ανακρίνουν υπαλλήλους, ακόμη και να εμποδίζουν στελέχη να εγκαταλείψουν την Κίνα, εάν διαπιστωθεί ότι βοηθούν στη μεταφορά εφοδιαστικών αλυσίδων εκτός της χώρας. Σύμφωνα με πρόσφατη αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κίνα, η κίνηση αυτή «θα μπορούσε πλέον να προκαλέσει πρωτοφανές επίπεδο ζημιάς στην οικονομία της Ευρώπης».
Η αντίδραση της Κίνας οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι το Πεκίνο διακρίνει ένα λιγότερο ενιαίο μέτωπο απέναντι στις εμπορικές του πολιτικές, καθώς η Ουάσινγκτον και οι Βρυξέλλες έρχονται σε αντιπαράθεση, δηλώνει ο Νόα Μπάρκιν, ειδικός στις ευρωκινεζικές σχέσεις για το Rhodium Group. Το μήνυμα του Πεκίνου προς την Ευρώπη είναι: «Ο "Καλύτερος Φίλος σου για Πάντα" έχει χαθεί και ακόμη και οι Αμερικανοί επιδιώκουν σταθερότητα μαζί μας, οπότε μην μας δοκιμάζετε», σημειώνει ο Μπάρκιν.





























