«Μόνο μια μεγάλη πολιτική δημοκρατική αλλαγή θα εξασφαλίσει την τήρηση του Συντάγματος και μια προοδευτική Συνταγματική Αναθεώρηση», είπε ο Σωκράτης Φάμελλος σε εκδήλωση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση που διοργάνωσε ο δήμος Αγίας Βαρβάρας.
Αναλυτικά τα όσα είπε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ:
«Ευχαριστούμε τον Δήμαρχο Αγίας Βαρβάρας Λάμπρο Μίχο γιατί ανέλαβε την πρωτοβουλία για μία πολύ σημαντική, δημοκρατική και προοδευτική συζήτηση για το Σύνταγμα.
Είναι πολύ σημαντικό ότι αυτή η συζήτηση ξεκινάει από φορείς της Αυτοδιοίκησης. Ξεκίνησε στην Αθήνα και συνεχίζεται εδώ στην Αγία Βαρβάρα. Γιατί η Αυτοδιοίκηση είναι το «κύτταρο της Δημοκρατίας» και ο θεσμός που είναι πολύ κοντά στον πολίτη.
Και δυστυχώς δεν είναι η Αυτοδιοίκηση σήμερα ένα από τα κεντρικά θέματα τα οποία έχουν μπει στη συζήτηση για την Αναθεώρηση.
Θέλω να απαντήσω όμως και στο ερώτημα αν έχει σημασία σήμερα ο διάλογος για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ο διάλογος για τη Συνταγματική Αναθεώρηση θα έπρεπε να είναι ένας ουσιαστικός δημοκρατικός διάλογος που να εμπλέκει την κοινωνία, γιατί αφορά τη Δημοκρατία, τη σημαντικότερη αξία της κοινωνίας μας και της ελληνικής Πολιτείας.
Και θα έπρεπε η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση να εμπλέκει όλους τους πολίτες και να μη χαρακτηρίζεται από τη συζήτηση για σκάνδαλα ή για παραβιάσεις του Συντάγματος και του Κράτους Δικαίου.
Σε αυτή τη συζήτηση θα έπρεπε να ανοίξουμε θέματα όπως τι πρέπει να κάνει μια Πολιτεία για να βελτιώσει την πρόσβαση των πολιτών στα βασικά αγαθά της ευημερίας και στις αποφάσεις. Αλλά και για να μπορεί να μοιράζει τα οφέλη της ανάπτυξης δίκαια στην κοινωνία.
Και να δώσουμε και απαντήσεις στα νέα μεγάλα ζητήματα, είτε των δεδομένων και των ψηφιακών πλατφορμών και της τεχνητής νοημοσύνης, είτε στα ζητήματα της ανθεκτικότητας, της κλιματικής κρίσης και της πρόσβασης των πολιτών στα βασικά αγαθά.
Ζούμε σήμερα σε ένα περιβάλλον πολλαπλών και βαρύτατων παραβιάσεων του Συντάγματος και αυτό είναι γνωστό σε όλους τους πολίτες. Δεν διαφωνούν ούτε και οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας, απ’ ό,τι φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις. Ένα περιβάλλον υποβάθμισης και υποχώρησης του Κράτους Δικαίου. Πλειοψηφικής ποδηγέτησης της Δικαιοσύνης και όχι κάποιων περιστατικών. Και επιθέσεων στους θεσμούς και στις Ανεξάρτητες Αρχές που βαρύνουν την κυβέρνηση.
Πράγματι, δεν υπάρχει αξιοπιστία της κυβέρνησης για να ανοίξει μια συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Διότι το πρώτο που θα πρέπει να συζητήσουμε σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι ότι θέλουμε να εφαρμόζεται το Σύνταγμα και χρειάζεται και απολογισμός για το αν εφαρμόζεται. Ή μάλλον γιατί παραβιάζεται…
Αυτό, όμως, δεν είναι ο μόνος λόγος αναξιοπιστίας της κυβέρνησης.
Ο δεύτερος αναφέρθηκε. Είναι ότι χρησιμοποιήθηκε βάναυσα, αντιδημοκρατικά, το άρθρο 86 για να καλυφθούν οι υπουργοί της κυβέρνησης όποτε ξεκίνησε έλεγχος. Έχουμε ακόμα ένα τέτοιο περιστατικό, αύριο, τον «ΟΠΕΚΕΠΕ 2» στη Βουλή.
Και πράγματι το 2019 καταπατήθηκε η όποια συναίνεση υπήρχε στην προτείνουσα Βουλή. Στην Αναθεωρητική Βουλή ο κ. Μητσοτάκης ήρθε με διατάξεις όπως για τον μονοκομματικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που δεν είναι ούτε καν υφυπουργός… Ίσως είναι υφυπουργός Τύπου για να βοηθάει στις ανακοινώσεις της κυβέρνησης…
Όμως εμείς δεν πρέπει να συζητήσουμε για το Σύνταγμα;
Εδώ προκύπτει, αγαπητοί φίλοι και αξιότιμοι ομιλητές, ένα ερώτημα:
Συζητώντας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν βρίσκουμε να μας ενώνει μια κόκκινη κλωστή, ένα νήμα, που θέτει ως προτεραιότητα σ’ εμάς τους δημοκράτες πολίτες να τηρείται το Σύνταγμα;
Ποια είναι η βασική μας υποχρέωση ως πολίτες, πολύ δε περισσότερο σε εμάς που έχουμε ορκιστεί στο Σύνταγμα, από διάφορους ρόλους; Είναι η τήρηση του Συντάγματος. Και εδώ δεν μπορούμε να κρυβόμαστε.
Μόνο μια μεγάλη πολιτική δημοκρατική αλλαγή στην Ελλάδα θα μπορέσει να συμβάλει και να εξασφαλίσει και την τήρηση του Συντάγματος και μια προοδευτική Συνταγματική Αναθεώρηση. Και χρειαζόμαστε και τα δύο. Γιατί μια προοδευτική Βουλή θα μπορούσε να εξασφαλίσει μία προοδευτική αναθεωρητική συζήτηση, έχοντας ως προϋπόθεση αυτό στο οποίο και εμείς, όπως και άλλα προοδευτικά κόμματα, έχουμε δεσμευτεί:
Να μη δοθεί το ελεύθερο, «λευκή επιταγή» το έχουν πει άλλοι, των 180 ψήφων σε κανένα άρθρο στην προτείνουσα Βουλή.
Όχι προσβλέποντας στο ποια θα είναι η σύνθεση της επόμενης Βουλής - γιατί κάποιοι θεωρούν ότι αυτό είναι φόβος για τη σύνθεση της επόμενης Βουλής. Όχι. Αλλά διότι πρέπει να δοθεί μία απάντηση στην παραβίαση του Συντάγματος και την πολλαπλώς αντισυνταγματική και αντιδημοκρατική λειτουργία της κυβέρνησης και να ζητήσουμε η επόμενη Βουλή να είναι προοδευτική και να επιδιώξει συναινέσεις.
Να μην έχει ούτε η επόμενη Βουλή, που θέλουμε να είναι προοδευτική, το ελεύθερο να κάνει αλλαγές με 150 ψήφους, αλλά να επιδιώξει συναινέσεις διδασκόμενη από αυτά που συνέβησαν το 2019.
Προφανώς προκύπτουν και επιμέρους ζητήματα. Όπως σαφέστατα πρέπει να απεξαρτηθεί από την κυβερνητική πλειοψηφία το άρθρο 86, η ευθύνη υπουργών.
Σαφέστατα και δεν μπορεί ο κάθε υπουργός Δικαιοσύνης, ο κάθε πρωθυπουργός να διαλέγουν αυθαίρετα τον 15ο, τον 20ό της λίστας στην επιλογή ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Αλλά πρέπει να δούμε και τα υπόλοιπα ζητήματα, όπως των διοικητικών αλλαγών που εκβιάζουν δικαστές. Και ζητήματα που αφορούν τις θέσεις αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων.
Και βέβαια νομίζω ότι πρέπει να συζητήσουμε και για τις Ανεξάρτητες Αρχές, όχι μόνο για τον τρόπο εκλογής τους, αλλά και να είναι δεσμευτική η παρουσία των προέδρων των Ανεξαρτήτων Αρχών στη Βουλή.
Διότι αυτή η κυβέρνηση αρνήθηκε σε πρόεδρο Ανεξάρτητης Αρχής να έρθει να ενημερώσει τη Βουλή.
Για να μην αναφερθώ στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αρνήθηκε να έρθει να ενημερώσει τη Βουλή όταν το αίτημα που είχαμε καταθέσει εμείς, ως ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά και άλλα κόμματα, ήταν να συζητήσουμε για την κατάσταση της Δικαιοσύνης.
Πρόσβαλε ο κ. Τζαβέλλας όλη την ελληνική κοινωνία και τη Βουλή, αρνούμενος να έρθει να συζητήσουμε για τη Δικαιοσύνη, που ήταν το βασικό του καθήκον και η βασική του υποχρέωση.
Υπάρχουν και πολλά άλλα σημαντικά θέματα που θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν τη αναθεωρητική συζήτηση.
Η Στέγη είναι ένα ζήτημα που πρέπει να συζητήσουμε ως δημόσια πολιτική.
Σαφώς είναι η δημόσια ιδιοκτησία κάποιων βασικών μονοπωλιακών τομέων ή κλάδων, αλλά θα προσέθετα να συζητήσουμε και για τον ρόλο του κράτους στη ρύθμιση και τον έλεγχο της αγοράς αλλά και των μονοπωλιακών λειτουργιών.
Θα έπρεπε να συζητήσουμε για τα θέματα των δικαιωμάτων των πολιτών και τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, τον θεσμό του δημοψηφίσματος και το δικαίωμα αναπομπής νόμου με υπογραφές πολιτών.
Και φυσικά οφείλουμε να συζητήσουμε για τα δημόσια αγαθά και τη δημόσια περιουσία, για τη μητρότητα, τους ευάλωτους, για το κοινωνικό κράτος, για τις συλλογικές συμβάσεις των εργαζομένων, κ.λπ.
Θέλω να μείνω στο θέμα της Αυτοδιοίκησης. Ναι, χρειάζεται να έχει αρμοδιότητες η Αυτοδιοίκηση, αλλά χρειάζεται να έχει και προϋπολογισμό. Δεν μπορεί να υπάρχει δυνατή Αυτοδιοίκηση χωρίς φορολογική αποκέντρωση. Εκ των προτέρων νομοθετημένη, για να μην μαζεύονται οι δήμαρχοι στα γραφεία των υπουργών και να παρακαλούν για επιδοτήσεις για έργα για την τοπική κοινωνία. Και δυστυχώς υπάρχει το φαινόμενο, πολύ δε περισσότερο τώρα στην τελευταία κυβέρνηση που κόβουν επιδοτήσεις αν ένας δήμαρχος δεν θέλει να συμμετέχει σε ένα σκάνδαλο, όπως ήταν τα σπιτάκια ανακύκλωσης. Έχει συμβεί και αυτό, δυστυχώς.
Χρειαζόμαστε λοιπόν μια Αυτοδιοίκηση που να έχει αρμοδιότητες, να έχει πόρους, να έχει εργαζόμενους. Διότι συζητείται αυτή την περίοδο ότι οι εργαζόμενοι στις κοινωνικές δομές της Αυτοδιοίκησης είναι υπό αμφισβήτηση, συμβασιούχοι επί 20 χρόνια. Σε δομές όπως τα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης ή οι παιδικοί σταθμοί.
Ταυτόχρονα χρειάζεται να ξανασυζητήσουμε για αρχές που, οφείλω να παραδεχτώ, χαράχτηκαν σε προηγούμενες κυβερνήσεις, όπως ο δημοκρατικός προγραμματισμός και ο σχεδιασμός. Γιατί αυτό που φοβάται αυτή η κυβέρνηση είναι μια ισχυρή Πολιτεία που έχει σχέδιο και κανόνες δικαίου.
Και ξέρετε γιατί; Γιατί όταν υπάρχει σχέδιο, σχεδιασμός και κανόνες δικαίου δεν κάνουν πάρτι οι «Φραπέδες» και οι «Χασάπηδες».
Αυτή είναι η μεγάλη πολιτική αλλαγή για την οποία πρέπει να συζητήσουμε, που πρέπει να έχει την Αυτοδιοίκηση σε κεντρικό ρόλο.
Και πάλι συγχαρητήρια δήμαρχε, σε ευχαριστώ πολύ».





























