Στον πειρασμό να «μετακινήσουν τα γκολπόστ» του Ποινικού Κώδικα ώστε να μην οδηγηθούν στη φυλακή οι καταδικασθέντες για την υπόθεση των υποκλοπών βρίσκονται ορισμένοι στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Dnews, οι σχετικές εισηγήσεις και έχουν γίνει στο Μέγαρο Μαξίμου και έχουν τεθεί υπό εξέταση, μετά και την καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Επιπλέον, οι πληροφορίες του Dnews αναφέρουν πως το θέμα έχει τεθεί εκτός από το Μέγαρο Μαξίμου και στο αρμόδιο Υπουργείο, με την ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης ωστόσο να εμφανίζεται απρόθυμη, αφενός να σηκώσει το βάρος μίας τέτοιας νομοθετικής παρέμβασης που «φωτογραφίζει» το σκάνδαλο των υποκλοπών και παρεμβαίνει επί της ουσίας στην υπόθεση και τη δικαστική απόφαση, αφετέρου να αναιρέσει προηγούμενη δική της νομοθετική πρωτοβουλία προς την παντελώς αντίθετη κατεύθυνση.
Επί τάπητος έχει τεθεί το ενδεχόμενο αλλαγής των διατάξεων που αφορούν στη μετατροπή ποινών φυλάκισης σε χρηματικές ποινές ή και σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, κάτι που εφόσον ψηφιζόταν τέτοια – εξόφθαλμα φωτογραφική – διάταξη, θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την τύχη των καταδικασθέντων Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Γιάννη Λαβράνο και Φέλιξ Μπίτζιο και να διασφαλίσει πως δεν θα εκτίσουν ποινή φυλάκισης μετά και το Εφετείο.
Τι ισχύει και τι εξετάζεται
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα, η μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή ή σε κοινωφελή εργασία επιτρέπεται μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κυρίως όταν η ποινή δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Το όριο αυτό προβλέπεται στα άρθρα 80Α και 104Α του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε επί υπουργίας Φλωρίδη με τον νόμο 5090/2024, δηλαδή μόλις πριν από δύο χρόνια, και αποτελεί βασικό περιορισμό για το ποιοι καταδικασθέντες μπορούν να αποφύγουν την πραγματική έκτιση ποινής φυλάκισης.
Ωστόσο, μετά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την υπόθεση των υποκλοπών, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν κατατεθεί εισηγήσεις προς την κυβέρνηση να προχωρήσει σε νέα αλλαγή του Ποινικού Κώδικα Φλωρίδη και ειδικότερα των άρθρων 80Α ή 104Α, ώστε να καταστεί δυνατή η μετατροπή σε χρήμα ή κοινωφελή εργασία κάθε ποινής φυλάκισης, ανεξαρτήτως του ύψους της. Μια τέτοια νομοθετική παρέμβαση θα είχε σημαντικές συνέπειες, καθώς θα επέτρεπε ακόμη και σε καταδικασθέντες για σοβαρές υποθέσεις να εξαγοράσουν την ποινή φυλάκισής τους και να αποφύγουν την πραγματική φυλάκιση.
Σήμερα, με βάση το ισχύον καθεστώς, η ποινή φυλάκισης μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική ποινή ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας μόνο εφόσον δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Σε αυτή την περίπτωση, το δικαστήριο υπολογίζει κάθε ημέρα φυλάκισης σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και δίνει στον καταδικασθέντα τη δυνατότητα να πληρώσει είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις, ακόμη και σε βάθος χρόνου. Εναλλακτικά, η ποινή μπορεί να μετατραπεί σε ώρες κοινωφελούς εργασίας που εκτελούνται σε δημόσιους φορείς ή οργανισμούς.
Αν όμως άλλαζε η διάταξη και προβλεπόταν δυνατότητα μετατροπής σε χρήμα ή κοινωφελή εργασία για κάθε ποινή φυλάκισης, ανεξάρτητα από τη διάρκειά της, τότε ακόμη και ποινές πολλών ετών θα μπορούσαν ουσιαστικά να εξαγοραστούν. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ένας καταδικασθείς δεν θα ήταν υποχρεωμένος να εκτίσει ποινή φυλάκισης, αλλά θα μπορούσε να πληρώσει το ποσό της μετατροπής, ακόμη και με δόσεις, αποφεύγοντας έτσι τη φυλακή, κάτι που θα άλλαζε συνολικά τη φιλοσοφία της ποινικής μεταχείρισης.
Η δυνατότητα μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή στην Ελλάδα έχει αλλάξει πολλές φορές από το 1956 μέχρι σήμερα, ακολουθώντας την ποινική πολιτική κάθε περιόδου. Άλλοτε τα όρια αυξάνονταν για λόγους αποσυμφόρησης των φυλακών και άλλοτε μειώνονταν στο πλαίσιο αυστηροποίησης του ποινικού συστήματος.
Το 1956, με το Νομοθετικό Διάταγμα 3555/1956, προβλεπόταν αρχικά δυνατότητα μετατροπής ποινής φυλάκισης έως ένα έτος σε χρηματική ποινή. Το 1967, με τον Αναγκαστικό Νόμο 230/1967, το όριο μειώθηκε και η μετατροπή επιτρεπόταν έως έξι μήνες φυλάκισης. Το 1970, με το Νομοθετικό Διάταγμα 790/1970, το όριο καθορίστηκε εκ νέου στο ένα έτος. Το 1984, με τον Νόμο 1419/1984, το ανώτατο όριο μετατροπής αυξήθηκε σε 18 μήνες φυλάκισης, ενώ το 1991, με τον Νόμο 1941/1991, το όριο αυξήθηκε στα δύο έτη φυλάκισης.
Το 1999, με τον Νόμο 2721/1999, το όριο αυξήθηκε σημαντικά και έφτασε έως τρία έτη, ενώ το 2012, με τον Νόμο 4093/2012, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο και η μετατροπή επιτρεπόταν για ποινές έως πέντε έτη φυλάκισης. Δηλαδή μέχρι περίπου το 2019 μπορούσαν να μετατραπούν ακόμη και πολυετείς ποινές φυλάκισης σε χρήμα. Με τον νόμο 5090/2024 του σημερινού Υπουργού κ. Φλωρίδη, το όριο μειώθηκε ξανά και πλέον η μετατροπή σε χρηματική ποινή επιτρέπεται μόνο για ποινές έως δύο έτη φυλάκισης, επαναφέροντας αυστηρότερο πλαίσιο.
Ακόμη και στην περίπτωση που το όριο μετατροπής της ποινής φυλάκισης αυξανόταν εκ νέου, για παράδειγμα στα πέντε έτη όπως ίσχυε στο παρελθόν, αυτό δεν θα αρκούσε για να καλύψει όλες τις ποινές που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν στο Εφετείο οι καταδικασθέντες για την υπόθεση των υποκλοπών, Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιος και Γιάννης Λαβράνος. Νομικές πηγές επισημαίνουν ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, εφόσον οι επιβληθείσες ποινές υπερβαίνουν το όριο μετατροπής, δεν θα μπορούσαν να εξαγοραστούν και θα έπρεπε να τις εκτίσουν κανονικά, γεγονός που εξηγεί γιατί – σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες – η εισήγηση που φέρεται να έγινε στο Μαξίμου είναι πολύ πιο... μαξιμαλιστική.
Συγκεκριμένα, αυτό που φέρεται να προτείνεται δεν είναι απλώς η αύξηση του ορίου μετατροπής της ποινής φυλάκισης από τα δύο στα τρία ή στα πέντε έτη, αλλά μια πολύ πιο ριζική αλλαγή: να καταργηθεί πλήρως το χρονικό όριο και να μπορεί να μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή σε κοινωφελή εργασία οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης, ανεξαρτήτως διάρκειας. Δηλαδή, ακόμη και πολυετείς ποινές να μπορούν να εξαγοράζονται με χρήματα ή να μετατρέπονται σε ώρες κοινωφελούς εργασίας. Μια τέτοια αλλαγή χαρακτηρίζεται από νομικούς κύκλους ως νέο σκάνδαλο, καθώς η διαχείριση της υπόθεσης των υποκλοπών εκ μέρους της κυβέρνησης, θα άλλαζε πλήρως τη φιλοσοφία του ποινικού συστήματος και θα οδηγούσε στην πράξη στη δυνατότητα εξαγοράς σχεδόν κάθε ποινής φυλάκισης.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητή και σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς ο λόγος νομοθέτησης της κυβέρνησης θα ήταν πολύ συγκεκριμένος και φωτογραφικός. Αν προχωρούσε μια τέτοια νομοθέτηση εκ μέρους της Κυβέρνησης θα μιλούσαμε πλέον για διάταξη «Ντίλιαν».
Αξίζει πάντως να υπενθυμίσουμε πως το πρόσφατο παρελθόν της κυβέρνησης της ΝΔ μόνο καθησυχαστικό δεν είναι, δεδομένης και της αλλαγής του Ποινικού Κώδικα αμέσως μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης το 2019 για την αμνήστευση βαριών εγκλημάτων, όπως με τη διάταξη για την κατ’ έγκληση δίωξη της κακουργηματικής απιστίας των τραπεζιτών.



























