Λίγες ώρες μετά την αίτηση Σαμαρά στον Άρειο Πάγο για ανάσυρση του σκανδάλου των υποκλοπών από το αρχείο, επτά χρόνια μετά τις εκλογές του 2019 και εν μέσω διαρκούς δημοσκοπικής ανόδου της ΕΛΑΣ, η κυβέρνηση ανακάλυψε ότι ο Αλέξης Τσίπρας «τα πήρε» για να ψηφίσει τους Ποινικούς Κώδικες το 2019.
Το αφήγημα δεν είναι νέο. Η Νέα Δημοκρατία το έχει ανασύρει πολλάκις στο παρελθόν - παρά το γεγονός ότι αυταπάγγελτα ερευνήθηκε η καταγγελία και αρχειοθετήθηκε - συνήθως όποτε βρίσκεται απολογούμενη για κάποια όζουσα υπόθεση διαφθοράς. Όχι βέβαια με την ένταση και το... ταμπεραμέντο του Άδωνι Γεωργιάδη που προχθές έδωσε το τέμπο για να ακολουθήσει εν συνεχεία το Μέγαρο Μαξίμου.
Ωστόσο η συλλογιστική του κυβερνώντος κόμματος παρουσιάζει μία ενδιαφέρουσα πτυχή.
Το Νοέμβριο του 2019, τέσσερις μήνες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη ΝΔ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Κωνσταντίνο Τσιάρα προχώρησαν σε νέες αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες, νομοθετώντας την ασυλία των τραπεζιτών από τις διώξεις των εισαγγελέων σε σχέση με το αδίκημα της απιστίας. Δηλαδή τραπεζίτες μπορούσαν πλέον να λειτουργούν χωρίς το φόβο αυταπάγγελτης δίωξης, καθώς για να τους ασκηθεί ποινική δίωξη θα πρέπει να γίνει κατ’ έγκληση, άρα η τράπεζα να προσφύγει κατά του στελέχους της. Ο εισαγγελέας πλέον δεν μπορεί να ασκήσει δίωξη όταν διαπιστώσει απιστία τραπεζικού στελέχους -ακόμη και στην περίπτωση που η τράπεζα έχει εμφανώς ζημιωθεί.
Η κυβέρνηση μάλιστα φρόντισε και για την αναδρομικότητα της σχετικής ρύθμισης: Το άρθρο 6 του ίδιου νομοσχεδίου προέβλεπε πως «εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις απιστίας για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα νόμο, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση, δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου ότι επιθυμεί την πρόοδό τους».
Κάπως έτσι, όλες οι υποθέσεις απιστίας για τις οποίες οι εισαγγελείς άσκησαν διώξεις χωρίς να έχει υποβληθεί μήνυση από την τράπεζα, πήγαν στο αρχείο, με το θέμα να γίνεται πρωτοσέλιδο στους Financial Times. Ποιες υποθέσεις ήταν αυτές; Ενδεικτικά, υπενθυμίζει η στήλη πως αφορούσαν στην υπόθεση Σάλλα - Λογοθέτη της τράπεζας Πειραιώς, στην υπόθεση της Πανγαία, του ΛΕΠΕΤΕ, στα τραπεζικά δάνεια ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, στα θαλασσοδάνεια τραπεζών σε μεγάλους εκδοτικούς ομίλους και πολλά ακόμα.
Αφού πρώτα η ασυλία είχε εξασφαλιστεί για όλους με τη νομοθέτηση του 2019, το 2025 η διάταξη για την κακουργηματικικη απιστία των τραπεζιτών επανήλθε στην προτέρα κατάσταση με αλλαγή Φλωρίδη, ο οποίος παραδέχθηκε πως η διάταξη Τσιάρα ήταν λάθος.
Ωστόσο το 2019 η κυβέρνηση έκανε και κάτι ακόμα: Νομοθέτησε ανώτατη χρονική διάρκεια δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων ελεγχόμενων για ξέπλυμα χρήματος το 18μηνο, ασχέτως εάν έχει ολοκληρωθεί η ποινική έρευνα και η εκδίκαση της υπόθεσης. Με τον τρόπο αυτόν και σε σύγκρουση με τη Financial Action Task Force – FATF, τη διεθνής αρχή για τους κανόνες αντιμετώπισης του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, όσο και τη GRECO, την Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποδέσμευσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία προσώπων που βρίσκονταν σε έρευνα για ξέπλυμα χρήματος.
Κάπως έτσι με τη λογική του κ. Γεωργιάδη και της κυβέρνησης, καλοπροαίρετα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, πόσα χρήματα μπορεί να πήραν οι εμπνευστές των εν λόγω διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, που οδήγησαν στην αρχειοθέτηση όλων αυτών των υποθέσεων και την επιστροφή μάλιστα και των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων στους μέχρι πρότινος υπόδικους;
Ν.Α.





























