Από την μία έχουμε την Ελλάδα των κυβερνητικών ανακοινώσεων, όπου οι τιμές μειώνονται, η αγορά λειτουργεί υποδειγματικά και ο καταναλωτής υποτίθεται ότι ανακουφίζεται. Και υπάρχει η Ελλάδα του ταμείου του σούπερ μάρκετ. Εκεί όπου οι πολίτες πληρώνουν κάθε εβδομάδα όλο και περισσότερα για τα βασικά αγαθά και διαπιστώνουν ότι οι περίφημες «υποτιμήσεις» δεν χωρούν ούτε στην απόδειξη ούτε στο πορτοφόλι τους. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για 1.898 υποτιμήσεις προϊόντων. Η κοινωνία αναρωτιέται το αυτονόητο:
Πού βρίσκονται;
Σε μια δημοκρατία που σέβεται τον πολίτη, κάθε δημόσια πολιτική οφείλει να είναι διαφανής και ελέγξιμη. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Η κυβέρνηση επικαλείται μια λίστα προϊόντων που, σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές, δεν δημοσιοποιείται λόγω εμπιστευτικότητας. Οι πολίτες καλούνται να πιστέψουν ότι οι μειώσεις υπάρχουν, αλλά δεν μπορούν να γνωρίζουν ποια προϊόντα αφορούν, ποια ήταν η αρχική τιμή τους, πόσο μειώθηκαν και αν η μείωση έφτασε ποτέ στο ράφι. Πρόκειται για μια πολιτική που ζητά εμπιστοσύνη, ενώ ταυτόχρονα στερεί από τον πολίτη το βασικό εργαλείο της εμπιστοσύνης: τον έλεγχο.
Η αγορά δεν λειτουργεί με ευχές. Η θεωρία ήταν απλή. Οι προμηθευτές μειώνουν τις τιμές στη χονδρική. Τα σούπερ μάρκετ μεταφέρουν τη μείωση στη λιανική και ο καταναλωτής ωφελείται. Στην πράξη, όμως, η κυβέρνηση φαίνεται να επένδυσε περισσότερο στην καλή θέληση της αγοράς παρά σε έναν μηχανισμό ουσιαστικού ελέγχου.
Και όταν δεν υπάρχουν αποτελεσματικοί έλεγχοι, ισχυρή εποπτεία και πλήρης διαφάνεια, οι πολίτες εύλογα δυσκολεύονται να διαπιστώσουν αν οι εξαγγελθείσες μειώσεις αποτυπώνονται στις τελικές τιμές που πληρώνουν.
Το «Καλάθι του Καταναλωτή» είχε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα, ήταν δημόσιο με τις τιμές να φαίνονται σε συγκεκριμένα προϊόντα.
Σήμερα η κυβέρνηση παρουσιάζει μια πολιτική που στηρίζεται σε στοιχεία τα οποία ο πολίτης δεν μπορεί να επαληθεύσει. Δεν υπάρχει δημόσια λίστα, ούτε πλήρης εικόνα. Και όταν λείπει η διαφάνεια, περισσεύει η δυσπιστία.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τιμές. Είναι η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και στην καθημερινή εμπειρία της κοινωνίας. Κάθε ανακοίνωση περί «υποτιμήσεων» συγκρούεται με την πραγματικότητα που βιώνουν οι οικογένειες όταν γεμίζουν το καλάθι τους. Κάθε πανηγυρισμός δοκιμάζεται μπροστά στην απόδειξη του ταμείου. Και κάθε προσπάθεια να παρουσιαστεί μια διαφορετική εικόνα χάνει την αξιοπιστία της όταν ο πολίτης δεν βλέπει το αποτέλεσμα στην τσέπη του. Η επικοινωνία μπορεί να διαμορφώσει εντυπώσεις. Δεν μπορεί, όμως, να μειώσει τον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ.
Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις. Αν οι υποτιμήσεις είναι πραγματικές, γιατί δεν τις ξέρουν ούτε τα σούπερ μάρκετ; Αν οι μειώσεις έφτασαν στον καταναλωτή, γιατί να μην μπορεί κάθε πολίτης να το διαπιστώσει μόνος του; Αν η πολιτική πέτυχε, γιατί χρειάζεται να στηρίζεται στην εμπιστευτικότητα αντί στη διαφάνεια; Σε μια δημοκρατία, η λογοδοσία δεν είναι ενοχλητική διαδικασία αλλά είναι θεμελιώδης υποχρέωση.
Οι κυβερνήσεις κρίνονται από τα αποτελέσματα και όχι από τα δελτία Τύπου. Οι πολίτες δεν αγοράζουν ανακοινώσεις αλλά τρόφιμα. Και όσο η απόδειξη του σούπερ μάρκετ συνεχίζει να διαψεύδει το κυβερνητικό αφήγημα, τόσο θα ενισχύεται η πεποίθηση ότι οι περίφημες «υποτιμήσεις» λειτούργησαν περισσότερο ως εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας παρά ως ουσιαστική παρέμβαση υπέρ του καταναλωτή.
Η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται με συνθήματα αλλά με διαφάνεια, λογοδοσία και απτά αποτελέσματα. Και αυτά είναι που οι πολίτες εξακολουθούν να αναζητούν.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)































