«Σε µια κανονική χώρα, η κυβέρνηση θα ένιωθε την υποχρέωση να δώσει κάποιες εξηγήσεις: Γιατί οι πληθωριστικές πιέσεις, που τις υφίστανται όλες οι χώρες του κόσµου, στην Ελλάδα έχουν εκτιναχθεί σε ύψη που διακρίνονται διεθνώς; Και ίσως έλεγε, επιπλέον, αν σκέπτεται να κάνει κάτι για να πάψουν τα νοικοκυριά να υποφέρουν από τέτοιου είδους διεθνείς πρωτιές. Πολλώ δε µάλλον στην περίπτωσή µας, που κυριαρχούν καρτέλ σε µεγάλες εσωτερικές αγορές, όπερ µεταφράζεται σε πληθωρισµό κερδών: Σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία, στην πενταετία 2020-2025 ο τιµάριθµος αυξήθηκε 20,9% κι από αυτόν οι 12 ποσοστιαίες µονάδες οφείλονταν σε µια αδικαιολόγητη αύξηση των κερδών».
Τα παραπάνω τονίζει με άρθρο του στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής ο εκ των κορυφαίων δημοσιογράφων Κώστας Καλλίτσης, που με αίσθημα ευθύνης χτυπά για μια ακόμα φορά τον κώδωνα του κινδύνου για αυτά που συμβαίνουν στη χώρα. Και σημειώνει:
«Αποσιωπώνται τα δυσάρεστα (π.χ., η ακρίβεια και η µονόπλευρη λιτότητα) και µεγαλοποιούνται όσα ακούγονται ευχάριστα (α) για να εµφανιστεί ως σταθερότητα η µεταρρυθµιστική άπνοια, (β) για να δικαιολογηθεί η ακύρωση κάποιων µεταρρυθµίσεων που έγιναν σε προηγούµενο χρόνο –τι υποδηλώνει το άγχος για την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις;– και (γ) για να καλλιεργηθεί κλίµα ώστε να ανοίξει το πουγκί για στοχευµένες προεκλογικές παροχές. Κι ο λογαριασµός στους επόµενους».
Τα «Παιχνίδια Εξουσίας» αναδημοσιεύουν το άρθρο:
«Την περασµένη (σσ προπερασμένη) Τρίτη η Eurostat ανακοίνωσε ότι ο πληθωρισµός τον Μάιο ήταν 5% έναντι 3,2% κατά µέσον όρο στην Ευρωζώνη, ήτοι 56% υψηλότερος. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη τριάδα της ακρίβειας µεταξύ των 20 χωρών της Ευρωζώνης, έχοντας µεταξύ άλλων την τρίτη µεγαλύτερη ανατίµηση στην ενέργεια (20,2%) και τη δεύτερη µεγαλύτερη στα τρόφιµα (7,9%). Την επόµενη ηµέρα, ο ΟΟΣΑ ανακοίνωσε ότι τον Απρίλιο η Ελλάδα είχε καταγράψει την τρίτη χειρότερη επίδοση στην ακρίβεια µεταξύ των 38 χωρώνµελών του, µε πληθωρισµό 5,4%, τον υψηλότερο µετά την Τουρκία και την Κολοµβία.
Σε µια κανονική χώρα, η κυβέρνηση θα ένιωθε την υποχρέωση να δώσει κάποιες εξηγήσεις: Γιατί οι πληθωριστικές πιέσεις, που τις υφίστανται όλες οι χώρες του κόσµου, στην Ελλάδα έχουν εκτιναχθεί σε ύψη που διακρίνονται διεθνώς; Και ίσως έλεγε, επιπλέον, αν σκέπτεται να κάνει κάτι για να πάψουν τα νοικοκυριά να υποφέρουν από τέτοιου είδους διεθνείς πρωτιές. Πολλώ δε µάλλον στην περίπτωσή µας, που κυριαρχούν καρτέλ σε µεγάλες εσωτερικές αγορές, όπερ µεταφράζεται σε πληθωρισµό κερδών: Σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία, στην πενταετία 2020-2025 ο τιµάριθµος αυξήθηκε 20,9% κι από αυτόν οι 12 ποσοστιαίες µονάδες οφείλονταν σε µια αδικαιολόγητη αύξηση των κερδών.
Η κυβέρνηση δεν είπε κουβέντα. Εσπασε την αιδήµονα σιωπή της µόνο την εποµένη, για να πανηγυρίσει επειδή στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Εξάµηνο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έβγαλε την Ελλάδα από τη λίστα των χωρών µε µακροοικονοµικές ανισορροπίες. Περί τίνος πρόκειται;
Το Ευρωπαϊκό Εξάµηνο είναι ο βασικός µηχανισµός εποπτείας της οικονοµικής πολιτικής των χωρών-µελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης µετά την κρίση χρέους, το 2011. Περιλαµβάνει και µια κατάταξη των ευρωπαϊκών χωρών ανάλογα µε τις µακροοικονοµικές ανισορροπίες, δηλαδή τις «τάσεις ή εξελίξεις που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την οµαλή λειτουργία της οικονοµίας ενός κράτους-µέλους». Είναι ένας δείκτης έγκαιρης προειδοποίησης. Πέρυσι είχαν βγει από αυτή τη λίστα η Κύπρος, η Εσθονία και η Γερµανία, φέτος βγήκαµε εµείς, η Ολλανδία κι η Σουηδία.
Επί της ουσίας αυτό σηµαίνει ότι η Κοµισιόν δεν ανησυχεί για το δηµόσιο χρέος µας, αλλά για την παραγωγικότητά µας (που παραµένει παρά κάτι µισή του µέσου ευρωπαϊκού όρου), για το µεγάλο έλλειµµα στο ισοζύγιο πληρωµών (που ’χει κολλήσει στη ζώνη του 6% του ΑΕΠ), για την καθυστερηµένη απόδοση δικαιοσύνης και, βεβαίως, για το µείζον δηµογραφικό πρόβληµα. Αυτά θεωρεί βασικές προκλήσεις για την Ελλάδα στην επόµενη δεκαετία.
Θα πείτε: Μα είναι κακό να πανηγυρίσουµε για µια καλή εξέλιξη, έστω και υπερβολικά; ∆εν θα ήταν, αν δεν υπήρχαν πολλές αποχρώσες ενδείξεις ότι αποσιωπώνται τα δυσάρεστα (π.χ., η ακρίβεια και η µονόπλευρη λιτότητα) και µεγαλοποιούνται όσα ακούγονται ευχάριστα (α) για να εµφανιστεί ως σταθερότητα η µεταρρυθµιστική άπνοια, (β) για να δικαιολογηθεί η ακύρωση κάποιων µεταρρυθµίσεων που έγιναν σε προηγούµενο χρόνο –τι υποδηλώνει το άγχος για την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις;– και (γ) για να καλλιεργηθεί κλίµα ώστε να ανοίξει το πουγκί για στοχευµένες προεκλογικές παροχές. Κι ο λογαριασµός στους επόµενους».




























