Υπόθεση που αφορά διευθυντή ή διευθύντρια Λυκείου της Περιφέρειας Ηπείρου παραπέμπεται για πειθαρχική και ποινική διερεύνηση, μετά από έλεγχο της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ), η οποία εντόπισε στοιχεία που συνδέονται με πιθανή παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων για το Κρατικό Πτυχίο Γλωσσομάθειας (ΚΠΓ).
Η έρευνα ξεκίνησε ύστερα από ανώνυμη καταγγελία και επικεντρώθηκε στη νομιμότητα της συμμετοχής του/της διευθυντή/ντριας ως προέδρου Εξεταστικού Κέντρου, θέση στην οποία είχε οριστεί με υπουργική απόφαση. Στόχος του ελέγχου ήταν να διαπιστωθεί εάν υπήρχε λόγος εξαίρεσης από τα καθήκοντά του/της, εξαιτίας συμμετοχής συγγενικού προσώπου στις ίδιες εξετάσεις.
Σύμφωνα με την έκθεση της ΕΑΔ, πριν από τη διεξαγωγή των εξετάσεων ο/η διευθυντής/ντρια υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι δεν συμμετείχε ο/η ίδιος/α ως υποψήφιος/α, ούτε εξεταζόταν συγγενικό του/της πρόσωπο εξ αίματος ή εξ αγχιστείας στο συγκεκριμένο εξεταστικό κέντρο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της καταγγελίας, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι στις εξετάσεις συμμετείχε συγγενής πρώτου βαθμού του/της προέδρου του εξεταστικού κέντρου, ο οποίος ή η οποία ολοκλήρωσε επιτυχώς τη διαδικασία και απέκτησε το Κρατικό Πτυχίο Γλωσσομάθειας.
Με βάση τα ευρήματα, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας έκρινε ότι υπήρξε παράλειψη δήλωσης κωλύματος συμφέροντος, γεγονός που συνιστά παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, η οποία αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση για κάθε δημόσιο λειτουργό που συμμετέχει σε εξεταστικές διαδικασίες.
Οι επόμενες κινήσεις
Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, η σχετική έκθεση διαβιβάστηκε στον αρμόδιο Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, προκειμένου να εξεταστεί η άσκηση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του/της διευθυντή/ντριας. Παράλληλα, ο φάκελος της υπόθεσης στάλθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, η οποία θα αξιολογήσει τα ευρήματα της έρευνας και θα αποφασίσει εάν προκύπτουν ενδείξεις για την τέλεση αξιόποινων πράξεων. Η υποχρέωση δήλωσης κάθε πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων δεν αποτελεί τυπική διαδικασία, αλλά βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων και της αξιοπιστίας των δημόσιων εξετάσεων. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας επισημαίνει ότι η μη δήλωση κωλύματος μπορεί να επιφέρει τόσο πειθαρχικές όσο και ποινικές συνέπειες, ανεξάρτητα από το εάν προκύπτει ή όχι αλλοίωση του αποτελέσματος των εξετάσεων.































