Ένα από τα θέματα που απασχολούν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Διάσκεψη Κορυφής ΕΕ) στις Βρυξέλλες (μαζί με τον πολυετή προϋπολογισμό, την Ουκρανία και ενέργεια) είναι η κατάργηση του βέτο/ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων της ¨Ενωσης, Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε ήδη σχετικές προτάσεις ενόψει της νέας διεύρυνσης της ΕΕ. Η συζήτηση αυτή έρχεται ενώ η Ελλάδα δέχεται ακόμη επικρίσεις για το βέτο που άσκησε τον περασμένο Ιούλιο στην υιοθέτηση του 21ου πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Το θέμα βέτο αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα για την χώρα μας (ενόψει και της επερχόμενης Ελληνικής προεδρίας). Αλλά κυρίως καθώς μετά την ολοκλήρωση του εκλογικού κύκλου στην Ένωση δύο ομάδες κρατών θα βρεθούν σε αντιπαράθεση: οι χώρες-οπαδοί της βαθύτερης υπερεθνικής ενοποίησης (ομοσπονδιακής λογικής) με στρατηγική αυτονομία από τη μια μεριά που βλέπουν το βέτο/ομοφωνία ως εμπόδιο στην ενοποίηση και οι υπέρμαχοι της “Ένωσης των εθνικών κρατών” χωρίς στοιχεία υπερεθνικότητας και με κύριο κανόνα την ομοφωνία/βέτο στη λήψη των αποφάσεων. Οι ενοποιητικοί έναντι των εθνολαϊκιστών/ ευρωσκεπτικιστών δηλαδή. Η Ελλάδα είναι σαφές σε ποια ομάδα κρατών θα πρέπει να ανήκει προκειμένου να προστατεύσει τη θέση της στον εσωτερικό πυρήνα της Ένωσης.
Η επίκληση του βέτο από την Ελλάδα υπήρξε βασικό μέσο άσκησης πολιτικής στην ΕΕ (22 κύρια βέτο από την ένταξη, 1981). Ωστόσο προσεκτική ανάλυση των περιπτώσεων βέτο δείχνει ότι ουσιαστικά η Ελλάδα επωφελήθηκε από την άσκησή του με θετικά αποτελέσματα, μόνο σε μια πολιτική ενότητα – τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οποία άσκησε τρεις φορές το βέτο. Το Δεκέμβριο 1984 για την ένταξη των χωρών της Ιβηρικής (Ισπανία, Πορτογαλία) προκειμένου να εξασφαλίσει την υιοθέτηση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ), πράγμα που πέτυχε το Μάρτιο 1985. Το 1995 για τη θέσπιση της τελωνειακής ένωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας προκειμένου να προωθήσει την αίτηση ένταξης της Κύπρου (με τη συμπερίληψή της στις σχετικές διαπραγματεύσεις). Το 1999 στην επίσημη ανακήρυξη της Τουρκίας σε «υποψήφια χώρα» (candidate country) για ένταξη της Κύπρου χωρίς επίλυση του κυπριακού, αίτημα που ικανοποιήθηκε με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999) και έτσι η Κύπρος εντάχθηκε στην Ένωση το 2004. Άτυπο βέτο ασκούσε βέβαια και στην ενtαξιακή διαδικασία της Β. Μακεδονίας πριν την σύναψη της συμφωνίας των Πρεσπών (2018). Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις το βέτο ασκήθηκε είτε για ιδεολογικούς λόγους (δεκαετία 1980) ή για την ικανοποίηση περιορισμένων συμφερόντων ή ακόμη για αποτροπή πράξεων της Ένωσης (SAFE/Τουρκία).
Υπό το φως αυτών των δεδομένων, είναι σαφές ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αναδιατυπώσει την πολιτική της υπέρ του βέτο. Ειδικότερα, το βέτο θα πρέπει να διατηρηθεί μόνο για τη διεύρυνση της Ένωσης αν και όχι για τα ενδιάμεσα διαπραγματευτικά στάδια, άνοιγμα/ κλείσιμο κεφαλαίων (clusters, κλπ). Για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), το βέτο/ομοφωνία μπορεί να καταργηθεί με μηχανισμό ασφάλειας για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων κάθε χώρας (emergency brake).
Αυτό που θα είχε σημασία ωστόσο είναι να υπάρξει κάποια έστω στοιχειώδης πολιτική συζήτηση στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για το «ποια Ευρώπη» θέλει η Ελλάδα και με πόσα βέτο ...
(Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ. Από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο με τίτλο «Πέρα από τα Στερεότυπα. Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική»- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα»)































