Η οικονομία, σε τελική ανάλυση, δεν είναι παρά η ίδια η κοινωνία. Αυτό το συμπέρασμα συμπυκνώνει το νέο βιβλίο της Isabella Weber «Αντιφασιστική Οικονομία: Υπερασπίζοντας την προσιτή διαβίωση, την αξιοπρέπεια και τη δημοκρατία». Για την Weber, όπως και για ένα σημαντικό νέο ρεύμα της αριστερής διανόησης, η Αριστερά πρέπει να επαναφέρει στο επίκεντρο την αναπτυξιακή πολιτική, απαντώτας στο κρίσιμο ερώτημα: τι ανάπτυξη, με ποιούς όρους, και για ποιούς;
Ένα κρίσιμο επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι ζητήματα ανάπτυξης, ποιότητας της εργασίας και κόστους ζωής δεν είναι απλώς ζήτηματα ανισοτήτων, αλλά και ζητήματα δημοκρατίας. Όταν οι πολίτες δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να καλύψουν βασικές ανάγκες, όπως τροφή, στέγαση, ενέργεια, και μεταφορές, ενώ παράλληλα οι κυβερνήσεις παρουσιάζουν τα αποτελέσματα της αγοράς ως ανυπέρβλητα αντικειμενικά δεδομένα, η ίδια η δημοκρατία ως αρχή συλλογικής αυτοδιακυβέρνησης κινδυνεύει να καταστεί κενή περιεχομένου. Κρίσιμες αποφάσεις που καθορίζουν την υλική ύπαρξη των πολιτών παρουσιάζονται ως ζητήματα που υπερβαίνουν την πολιτική και για τα οποία, επομένως, δεν μπορούν να αποφασίσουν συλλογικά.
Καθώς η οικονομική οργάνωση της κοινωνίας αποπολιτικοποιείται, η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται ολοένα περισσότερο σε ζητήματα κουλτούρας, ταυτότητας και τρόπου ζωής. Δημιουργείται έτσι πρόσφορο έδαφος για την Ακροδεξιά, η οποία όχι μόνο αξιοποιεί αλλά και επιτείνει αυτή τη διάκριση: υποταγή στην υπάρχουσα οικονομική τάξη, αταβιστική αναδίπλωση στην κουλτούρα και τα ήθη. Παράλληλα, η διάχυτη ανασφάλεια και η αίσθηση απώλειας ελέγχου τροφοδοτούν έναν βαθύτερο κοινωνικό μηδενισμό, ο οποίος καθιστά ελκυστικά τα εύκολα ακροδεξιά δίπολα και τη δημιουργία τεχνητών εχθρών.
Η Αριστερά πρέπει, λοιπόν, να επαναφέρει τη δημοκρατία και την αρχή της συλλογικής αυτοδιακυβέρνησης στην οικονομία, όχι μόνο για να αντιστρέψει την πορεία μεγέθυνσης ανισοτήτων, αλλά και για να προστατεύσει την ίδια την υλική βάση αναπαραγωγής της δημοκρατίας. Μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει ότι η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να κρίνεται μόνο με βάση μεγέθη όπως η παραγωγικότητα, οι επενδύσεις ή ακόμη και η οικονομική μεγέθυνση αυτή καθαυτή, αλλά με βάση το κατά πόσο εξασφαλίζει οικονομική ασφάλεια, προσιτά βασικά αγαθά, ποιοτική εργασία, οικολογική προστασία και αξιοπρεπή ζωή.
Στο ελληνικό πλαίσιο, αυτό πρέπει να μεταφραστεί σε επενδύσεις σε κοινωνικές υποδομές, σε πολιτικές προσιτής και κοινωνικής κατοικίας, δημόσιου ελέγχου της ενέργειας, αλλά και σε μια βιομηχανική ανάπτυξη που δημιουργεί ένα ευρύτερο φάσμα ποιοτικών θέσεων εργασίας, πέρα από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού. Η επαναφορά της αναπτυξιακής πολιτικής στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης στην Ελλάδα δημιουργεί πλέον τον αναγκαίο χώρο για να συνδεθεί το ζήτημα της ανάπτυξης με εκείνο του κοινωνικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού.
Μια τέτοια αναπτυξιακή πολιτική πηγαίνει πέρα από επιδόματα ή αποσπασματικές μορφές αναδιανομής μετά την αγορά – παρεμβάσεις, δηλαδή, που επιδιώκουν να διορθώσουν εκ των υστέρων τα αποτελέσματά της, αφήνοντας ανέπαφους τους μηχανισμούς που τα παράγουν. Αντίθετα, η Αριστερά πρέπει να επιδιώξει, αφενός, πολιτικές αποεμπορευματοποίησης, που διευρύνουν την πρόσβαση σε βασικά αγαθά και κοινωνικές υποδομές, και, αφετέρου, την ενεργή διαμόρφωση των ίδιων των αγορών μέσα από εργαλεία δημόσιας εξουσίας, την κατεύθυνση των επενδύσεων και τη βιομηχανική πολιτική, ώστε αυτές να παράγουν συγκεκριμένα κοινωνικά αποτελέσματα. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς πώς θα παραχθεί «περισσότερη» ανάπτυξη, αλλά τι είδους οικονομία θέλουμε και ποιους κοινωνικούς σκοπούς θέλουμε αυτή να υπηρετεί. «Η οικονομία δεν είναι παρά η ίδια η κοινωνία» σημαίνει πως η κοινωνική ευημερία δεν αποτελεί μια εκ των υστέρων διορθωτική παρέμβαση, αλλά τον ίδιο τον σκοπό της οικονομικής πολιτικής.
(Ο Γιάννης Καμπουράκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Erasmus του Ρότερνταμ και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα)
























