Η αποτελεσματικότητα μιας μεταναστευτικής πολιτικής δεν κρίνεται από το πόσο καιρό κρατείται κάποιος. Κρίνεται από το αν, τελικά, μπορείς να εφαρμόσεις την απόφαση επιστροφής.
Όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στο ΠΡΟΚΕΚΑ Σιντικής στις Σέρρες δεν είναι μια ακόμη «δύσκολη κατάσταση» σε μια δομή κράτησης. Εξεγέρσεις, αποδράσεις, συνεχείς εντάσεις και επιδείνωση των συνθηκών λειτουργίας είναι συμπτώματα ενός μοντέλου που έχει φτάσει στα όριά του.
Οι αστυνομικοί των Σερρών προειδοποιούν εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο για τις συνέπειες της παρατεταμένης κράτησης και για την ακαταλληλότητα της δομής. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που καθημερινά καλούνται να διαχειριστούν συγκρούσεις, εντάσεις και έναν εγκλεισμό που συχνά παρατείνεται χωρίς ορατή προοπτική εξόδου. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρόεδρος της ΠΟΑΣΥ αναφέρθηκε τόσο στην απαγόρευση εισόδου αντιπροσωπείας της Ομοσπονδίας στο ΠΡΟΚΕΚΑ Σιντικής όσο και στη διάρκεια της διοικητικής κράτησης, η οποία για τους έγκλειστους μετανάστες φτάνει σήμερα τους δεκατέσσερις μήνες.
Η διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης είναι αναμφίβολα μία από τις δυσκολότερες προκλήσεις για τα ευρωπαϊκά κράτη. Η προστασία των συνόρων, η τήρηση της δημόσιας τάξης, η κράτηση και η εφαρμογή των αποφάσεων επιστροφής είναι αναγκαίες πολιτικές. Όμως αυστηρότητα χωρίς αποτέλεσμα δεν είναι αποτελεσματική πολιτική.
Το τελευταίο διάστημα κυριάρχησε το δόγμα «φυλακή ή επιστροφή»: όποιος δεν δικαιούται διεθνή προστασία είτε επιστρέφει στη χώρα προέλευσής του είτε παραμένει υπό κράτηση μέχρι την απομάκρυνσή του.
Το ερώτημα, όμως, είναι απλό: επιστρέφει;
Η λογική της μακροχρόνιας κράτησης στηρίζεται στην υπόθεση ότι περισσότερος εγκλεισμός οδηγεί σε περισσότερες επιστροφές. Τα ευρωπαϊκά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν αυτή τη σχέση. Το ποσοστό εκτέλεσης αποφάσεων επιστροφής στην ΕΕ ήταν 47% το 2016, υποχώρησε σε 36% το 2018 και 33% το 2019 και έφτασε περίπου στο 25% το 2020 και το 2021. Έως το 2025 είχε αυξηθεί στο 28%, παραμένοντας το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να επισημαίνει ότι ο αριθμός των πραγματικών επιστροφών παραμένει πολύ χαμηλός.
Η ελληνική περίπτωση είναι αποκαλυπτική.
Το 2025 εκδόθηκαν στην Ελλάδα 26.635 εντολές αποχώρησης πολιτών τρίτων χωρών, περίπου το 5% των 491.950 εντολών που εκδόθηκαν συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο το τρίτο τρίμηνο του 2025 η Ελλάδα εξέδωσε 10.175 εντολές αποχώρησης, τον τρίτο υψηλότερο αριθμό στην ΕΕ, μετά τη Γαλλία και τη Γερμανία.
Αλλά εδώ βρίσκεται η ουσία: η έκδοση μιας απόφασης επιστροφής δεν σημαίνει ότι η επιστροφή πραγματοποιήθηκε. Η απόσταση ανάμεσα στις διοικητικές αποφάσεις και στις πραγματικές επιστροφές παραμένει σημαντική. Παράλληλα, οι επιστροφές έχουν μειωθεί περίπου κατά 70% μέσα σε μία δεκαετία. Το 2015 η Ελλάδα πραγματοποίησε 20.868 επιστροφές, ενώ το 2025 πραγματοποίησε μόλις 5.736, και τα δύο τρίτα αφορούν υπηκόους Αλβανίας και Γεωργίας, σύμφωνα με τις εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα της μακροχρόνιας κράτησης.
Η διοικητική κράτηση δεν είναι ποινή. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο, είναι εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται όταν είναι αναγκαίο για την προετοιμασία και την εκτέλεση μιας επιστροφής. Δεν μπορεί να μετατραπεί σε αυτοσκοπό ούτε να υποκαταστήσει την αδυναμία του διοικητικού μηχανισμού να πραγματοποιήσει την απομάκρυνση.
Και τα βασικά εμπόδια βρίσκονται συχνά έξω από τα Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης: ταυτοποίηση, ταξιδιωτικά έγγραφα, συνεργασία των χωρών προέλευσης και εφαρμογή των διμερών και ευρωπαϊκών συμφωνιών επανεισδοχής. Καμία παράταση κράτησης δεν μπορεί να υποχρεώσει μια τρίτη χώρα να αναγνωρίσει ή να παραλάβει τους υπηκόους της ούτε να επιταχύνει από μόνη της σύνθετες διπλωματικές διαδικασίες.
Όταν λοιπόν μια επιστροφή δεν μπορεί αντικειμενικά να πραγματοποιηθεί, η μακροχρόνια κράτηση παύει να είναι εργαλείο επιστροφής και μετατρέπεται σε διαχείριση ενός αδιεξόδου.
Και το κόστος είναι πολλαπλό.
Το πληρώνει ο φορολογούμενος, χρηματοδοτώντας ένα ιδιαίτερα δαπανηρό σύστημα με περιορισμένα αποτελέσματα. Το πληρώνει το κράτος δικαίου, όταν δοκιμάζονται διαρκώς τα όρια της αναλογικότητας και της νομιμότητας. Και το πληρώνουν οι αστυνομικοί της πρώτης γραμμής, που καλούνται να διαχειρίζονται ανθρώπους επί μήνες χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αποτέλεσμα στις επιστροφές.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν πρέπει να αποσιωπάται: η παρατεταμένη κράτηση επιβαρύνει σοβαρά και το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας. Στα ΠΡΟΚΕΚΑ οι αστυνομικοί διαχειρίζονται καθημερινά περιστατικά ψυχικής επιβάρυνσης, αυτοτραυματισμούς και εντάσεις που συνδέονται με τον παρατεταμένο εγκλεισμό. Πολύτιμοι ανθρώπινοι και επιχειρησιακοί πόροι δεσμεύονται χωρίς αντίστοιχο αποτέλεσμα στις επιστροφές.
Η συζήτηση, επομένως, πρέπει να μετακινηθεί από το πόσο κρατάμε στο πόσους πραγματικά επιστρέφουμε.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει εναλλακτικά μέτρα κράτησης: τακτική εμφάνιση στις αρχές, γεωγραφικό περιορισμό, υποχρέωση διαμονής σε συγκεκριμένο τόπο, παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, χρηματικές εγγυήσεις και, όπου απαιτείται, ηλεκτρονική επιτήρηση.
Η ουσία δεν είναι ποιος εμφανίζεται πιο «σκληρός». Η ουσία είναι ποια πολιτική παράγει αποτέλεσμα.
Μπορεί να αυξάνονται οι αποφάσεις επιστροφής. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ένα: πόσοι τελικά επιστρέφουν;
Γιατί όταν τα ΠΡΟΚΕΚΑ γεμίζουν, οι αστυνομικοί εξαντλούνται και οι επιστροφές δεν ακολουθούν, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν κρατάμε αρκετά. Είναι ότι το σύστημα δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει τον τελικό του στόχο. Και ο στόχος είναι η επιστροφή όσων δεν δικαιούνται διεθνούς προστασίας, με υλοποίηση των Συμφωνιών Επανεισδοχής είτε σε χώρες καταγωγής είτε σε χώρες διέλευσης όπως η Τουρκία.
Η εμμονή στη μακροχρόνια κράτηση δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα των επιστροφών. Αντίθετα, μπορεί να μετατρέψει την κράτηση από προσωρινό διοικητικό εργαλείο σε μόνιμη διαχείριση ενός αδιεξόδου.
Και τότε το «φυλακή ή επιστροφή» παύει να είναι δημόσια πολιτική αλλά τελικά ένα αποτυχημένο πολιτικό δόγμα.
(Η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη είναι Τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής ΕΛΑΣ)

































