Η συζήτηση που ξεκίνησε στη δημόσια σφαίρα με αφορμή ένα τραγικό συμβάν, τον αδόκητο χαμό του Γιώργου Μαζωνάκη, αφορά, μεταξύ άλλων, και την στροφή μέρους της κοινωνίας σε εναλλακτικές θεραπείες που σηματοδοτεί ταυτόχρονα και την υποχώρηση της συμβατικής ιατρικής. Η κοινωνιολογία της υγείας παρέχει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε γιατί ο άνθρωπος του σύγχρονου κόσμου αποφεύγει τη λεγόμενη δυτική ιατρική και αναζητά γιατρούς με εξωτικούς τίτλους, όπως κβαντική ιατρική, σαμανική ιατρική, οζονοθεραπεία κ.α. Εδώ θα σταχυολογηθούν κάποιες ερμηνείες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η λίστα που ακολουθεί θα είναι εξαντλητική ως προς την κρίση εμπιστοσύνης.
Ας ξεκινήσουμε από δυο αποσαφηνίσεις. Ως σύγχρονη, ή συμβατική ή ορθόδοξη ή δυτική ιατρική ή κυρίαρχο βιοϊατρικό υπόδειγμα εννοούμε την ιατρική επιστήμη η οποία ακολουθεί τις αρχές και τις μεθόδους οι οποίες μας είναι γνωστές από τον 20ό αιώνα κι έπειτα, τόσο στη Δύση (π.χ. Ευρώπη, ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδάς, Λατινική Αμερική), όσο και στην πρώην ΕΣΣΔ και τις άλλες λαϊκές δημοκρατίες και βασίζονται σε ορισμένες βασικές παραδοχές. Συνοπτικά, η συμβατική ιατρική βασίζεται στην τεκμηρίωση (evidence-based medicine) και στη μέθοδο (υποθέσεις, πειραματικός έλεγχος, αναπαραγωγιμότητα).
Ως εναλλακτικές θεραπείες νοούνται όσα προσεγγίζουν προληπτικά και θεραπευτικά την ανθρώπινη υγεία αλλά δεν εντάσσονται στις παραπάνω. Η πρακτική τους συνδέεται περισσότερο με την Ανατολή, έχει μακρά ιστορία γνώσης και εμπειρίας αλλά αυτό δεν αποτελεί εχέγγυο αξιοπιστίας και εγκυρότητας γιατί δεν διέπονται από τις αρχές του ορθού λόγου και στερούνται τη μέθοδο, αυτό δηλαδή που διακρίνει την επιστήμη από την μη επιστήμη.
Τι αναζητά ένας άνθρωπος όταν στρέφεται σε αυτές και τι υποδηλώνει ταυτόχρονα για τη δυτική Ιατρική; Ο χαρακτηρισμός των ανθρώπων ως αφελών παρακάμπτει ακριβώς όσα χρειάζεται να κατανοήσουμε. Η δε ρητορική της ατομικής ευθύνης, το «εσύ φταις που επέλεξες αυτή τη θεραπεία», είναι πολύ βολική απεμπόληση ευθυνών από το νεοφιλελεύθερο κράτος σε ένα καθεστώς ελεύθερης αγοράς και πανίσχυρου μάρκετινγκ.
Κατ΄αρχάς, η αμφισβήτηση της ιατρικής αυθεντίας δεν είναι καινοφανής. Η κριτική στο βιοϊατρικό υπόδειγμα ανέδειξε τα όρια της αντιμετώπισης του ανθρώπου κυρίως ως βιολογικού οργανισμού. Η φεμινιστική κριτική μίλησε για το πώς οι αντιλήψεις για τη γυναικεία φύση και τον «φυσιολογικό» ρόλο των γυναικών επηρέασαν την ιατρική αντιμετώπισή τους. Η μαρξιστική προσέγγιση εξέτασε τη σχέση της περίθαλψης με την οικονομική εξουσία και τις ταξικές ανισότητες. Αυτές οι σχολές σκέψης έθεσαν ερωτήματα για το ποιος αποφασίζει, ποια εμπειρία αναγνωρίζεται και ποια συμφέροντα υπηρετούνται. Η διεκδίκηση συμμετοχής του ασθενούς στις αποφάσεις αποτελεί θεμιτή αμφισβήτηση του πατερναλισμού.
Η εμπορευματοποίηση και η κερδοσκοπία που άνθισαν σε καπιταλιστικές συνθήκες, προκαλώντας μάλιστα οξύτατα φαινόμενα διαφθοράς στην άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος από επιτήδειους, συνέβαλαν στην υποχώρηση της ιατρικής αυθεντίας και άνοιξαν, παράλληλα, το δρόμο στις εναλλακτικές προσεγγίσεις. Η βιβλιογραφία διαπιστώνει ότι μελέτες με χρηματοδότηση από τη φαρμακοβιομηχανία εμφανίζουν συχνότερα αποτελέσματα και συμπεράσματα ευνοϊκά για τα προϊόντα τους, περιορίζοντας έτσι τη διαφάνεια και τον ανεξάρτητο έλεγχο.
Το ιατρικό λάθος και οι παρενέργειες των φαρμάκων, οι οποίες όμως ρητά αναγράφονται στα σκευάσματα, συχνά διατρανώνονται από τον κόσμο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη προς τη συμβατική ιατρική και ανοίγοντας το δρόμο για αναζήτηση εναλλακτικών θεραπειών. Για παράδειγμα, σε αυτό το ρεύμα, συνέτεινε και μελέτη του 1998 που συνέδεε το εμβόλιο MMR με τον αυτισμό, η οποία αποσύρθηκε το 2010, αλλά τροφοδότησε ένα ρεύμα αμφισβήτησης που επιμένει.
Η πανδημία Covid-19 και η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, σε συνδυασμό με τα αυταρχικά κατασταλτικά μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας, επέτειναν τη δυσπιστία αλλά και τις αντιστάσεις της κοινωνίας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτέλεσαν ιδανικό περιβάλλον εκδήλωσης της πολεμικής. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας περιγράφει το φαινόμενο ως «πληροφοριοδημία» (infodemic), δηλαδή υπερπληθώρα πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων ψευδών ή παραπλανητικών, που υπονομεύει την εμπιστοσύνη.
Ακόμη, ενώ η γλώσσα της επιστήμης μπορεί να λειτουργεί ως πηγή κύρους, όροι όπως «συχνότητα», «δόνηση» και «ενέργεια» δημιουργούν την εντύπωση μιας προηγμένης, πιο «ολιστικής» εξήγησης, χωρίς να συνοδεύονται από την τεκμηρίωση ενός θεραπευτικού ισχυρισμού. Προσδίδουν όμως μιας άλλης μορφής νοηματοδότηση της ασθένειας, συχνά με μεταφυσικό χαρακτήρα, η οποία υπακούει στην ανάγκη των ασθενών να ερμηνεύσουν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο την κατάσταση της υγείας τους, το δραματικό ερώτημα «γιατί σε μένα».
Οι διακρίσεις παραμένουν απαραίτητες. Συμπληρωματική χρήση σημαίνει ότι μια πρακτική χρησιμοποιείται μαζί με τη συμβατική φροντίδα, ενώ εναλλακτική ότι την υποκαθιστά. Αυτοί οι όροι περιγράφουν τον τρόπο χρήσης, όχι την αποτελεσματικότητα. Κάθε παρέμβαση χρειάζεται αξιολόγηση για συγκεκριμένο σκοπό, με συγκεκριμένα δεδομένα. Ο σεβασμός στην πνευματικότητα ή στην πολιτισμική παράδοση δεν συνεπάγεται αποδοχή κάθε ιατρικού ισχυρισμού. Και η επιστημονική κριτική δεν δικαιολογεί την περιφρόνηση προς εκείνον που αναζητά βοήθεια.
Ο κριτικός εγγραμματισμός στην υγεία, καθίσταται επιτακτικής σημασίας και χρειάζεται να περιλαμβάνει την κατανόηση των συμφερόντων, των ανισοτήτων και των σχέσεων εξουσίας που οργανώνουν τις διαθέσιμες επιλογές. Αφορά την ικανότητα να ελέγχουμε μια υπόσχεση, αλλά και να διεκδικούμε καλύτερη φροντίδα. Η ευθύνη δεν μπορεί να εξαντλείται στην απαίτηση να γίνει κάθε ασθενής ειδικός στην αξιολόγηση μιας αγοράς που ο ίδιος δεν ρυθμίζει. Χρειαζόμαστε τον κριτικό εγγραμματισμό υγείας που θα θωρακίσει τον πολίτη έναντι των νεοαναδυόμενων απειλών, θεσμικές παρεμβάσεις για την προστασία της υγείας των πολιτών με ισχυρούς και ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς, χρειαζόμαστε την επανάκτηση της εμπιστοσύνης στην επιστήμη.
(Η Πέλα Σουλτάτου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Ιατρικής Κοινωνιολογίας, Medical School UNIC Athens)





























