Από την Ελλάδα πέρασαν ευρωπαϊκοί πόροι, ιδιωτικά κεφάλαια και χρηματοδοτικά εργαλεία που θα μπορούσαν να αλλάξουν το παραγωγικό της υπόδειγμα κι όμως τα «κατάλοιπα» της πολυεπίπεδης κρίσης παραμένουν: χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη βιομηχανική βάση, ελλιπείς υποδομές, ακριβή ενέργεια και μικρές επιχειρήσεις χωρίς επαρκή πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξάγει νέους επιστήμονες και να εισάγει προϊόντα που θα μπορούσε να παράγει. Το πρόβλημα επομένως είναι αν γνωρίζουμε πού θέλουμε να οδηγήσουμε την πατρίδα τα επόμενα χρόνια.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αντιμετωπίζει την ανάπτυξη ως άθροισμα μεμονωμένων επενδύσεων. Πανηγυρίζει για κάθε εισροή κεφαλαίου, χωρίς να εξετάζει πάντα αν αυτή δημιουργεί τεχνογνωσία, παραγωγική ικανότητα, σταθερές θέσεις εργασίας και προστιθέμενη αξία που μένει στην Ελλάδα. Η ανάπτυξη όμως δεν μπορεί να είναι μόνο περισσότερα ακίνητα, τουριστικά καταλύματα και εξαγορές ήδη υπαρχουσών επιχειρήσεων. Χρειάζεται παραγωγή, σχέδιο κι ένα κράτος που δεν περιορίζεται στον ρόλο του θεατή, αλλά θέτει προτεραιότητες, κινητοποιεί κεφάλαια και αξιολογεί το αποτέλεσμα με μετρήσιμους οικονομικούς και κοινωνικούς δείκτες.
Αυτήν ακριβώς την ανάγκη έρχεται να καλύψει το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης που προτείνει η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη: ένα ολοκληρωμένο δημόσιο επενδυτικό ταμείο, οργανωμένο σύμφωνα με διεθνή πρότυπα αντίστοιχων θεσμών που λειτουργούν σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Νορβηγία. Ένας μόνιμος θεσμός που θα διαχειρίζεται ενεργητικά τη δημόσια περιουσία, θα αυξάνει την αξία της και θα κατευθύνει δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους στις μεγάλες ανάγκες της χώρας. Μία επενδυτική μηχανή δεκαετίας, με επαγγελματική διοίκηση, διαφάνεια, λογοδοσία και συγκεκριμένους στόχους για την παραγωγικότητα, την απασχόληση, το ΑΕΠ, το βιοτικό επίπεδο και την επιστροφή ανθρώπινου κεφαλαίου.
Ο στόχος είναι η συγκέντρωση 12 δισεκατομμυρίων ευρώ πρωτογενών κεφαλαίων μέσα σε τέσσερα χρόνια. Από αυτά 1,5 δισεκατομμύριο τον χρόνο θα προέρχεται από το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, ένα δισεκατομμύριο από την ανακατεύθυνση του επενδυτικού κινήτρου της Golden Visa και 500 εκατομμύρια από την εθελοντική συμμετοχή μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων. Με συντηρητική μόχλευση πρόσθετων κεφαλαίων, η επενδυτική δυνατότητα μπορεί να προσεγγίσει τα 25 δισεκατομμύρια ευρώ στην τετραετία. Σε ορίζοντα δεκαετίας η δύναμη πυρός του Ταμείου μπορεί να ξεπεράσει τα 50 δισεκατομμύρια. Για πρώτη φορά η χώρα μπορεί να αποκτήσει έναν αυτόνομο, διαρκή και ισχυρό μηχανισμό παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης οργανώνεται γύρω από οκτώ στρατηγικούς πυλώνες: υποδομές και μεταφορές, ενεργειακή δημοκρατία και ύδατα, στέγη, ψηφιακή σύγκλιση και τεχνητή νοημοσύνη, αγροδιατροφή, βιομηχανική ανάπτυξη, πολιτισμό και επιχειρηματική μεγέθυνση. Πρόκειται για μια ενιαία αντίληψη που συνδέει το σχολείο και το νοσοκομείο με τα τρένα, το ενεργειακό δίκτυο με την ελληνική βιομηχανία, την έρευνα με τη μικρή επιχείρηση και την κλιματική προστασία με την παραγωγική ασφάλεια.
Το Ταμείο μπορεί επίσης να δώσει περιεχόμενο στην έννοια της τεχνολογικής κυριαρχίας. Η Ελλάδα δεν πρέπει να παραμείνει ένας απλός καταναλωτής εφαρμογών και υπηρεσιών που παράγονται αλλού. Έχει ανάγκη δημόσια υποδομή υπολογιστικής ισχύος και δεδομένων, στην οποία θα έχουν πρόσβαση ερευνητικές ομάδες, σχολεία, νοσοκομεία και μικρές επιχειρήσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη διάγνωση, στην ενέργεια, στις μεταφορές και στην πρόληψη φυσικών καταστροφών. Για να συμβεί αυτό απαιτείται μακροπρόθεσμη επένδυση και όχι αποσπασματική αγορά ξένων ψηφιακών λύσεων.
Απέναντι σε αυτή την πρόταση, η κυβερνητική κριτική συγχέει συχνά τις επενδύσεις με τις τρέχουσες δαπάνες και την ανακατεύθυνση πόρων με τη δημιουργία νέου ετήσιου κόστους. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων δεν είναι ο τακτικός προϋπολογισμός, ενώ η μόχλευση δεν είναι λογιστικό τέχνασμα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν σοβαροί αναπτυξιακοί θεσμοί διεθνώς.
Το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης εκφράζει μία διαφορετική αντίληψη για την ανάπτυξη: να παράγουμε περισσότερα, να μοιραζόμαστε δικαιότερα και να σχεδιάζουμε μακρύτερα από τον επόμενο εκλογικό κύκλο. Η Ελλάδα των χαμένων ευκαιριών δε θα αλλάξει με καλύτερη επικοινωνία ούτε με προσωρινές ενισχύσεις, θα αλλάξει όταν αποκτήσει σχέδιο, θεσμούς και τη δύναμη να επενδύσει συλλογικά στο μέλλον της. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα: όχι απλώς να πλησιάσουν οι αριθμοί μας την Ευρώπη, αλλά να πλησιάσει η ζωή των ανθρώπων τις δυνατότητες που πραγματικά έχει αυτή η χώρα.
(Ο Μίλτος Τόσκας είναι Φαρμακοποιός, Μέλος της πανελλήνιας ένωσης κριτικών κινηματογράφου, δημοσιογράφος, κριτικός βιβλίων)

























