Απαιτείται θράσος απύθμενο για να στέκεται ο Πρωθυπουργός μπροστά στις κάμερες και να καταγγέλλει το «βαθύ κράτος», τα ρουσφέτια και τον παλαιοκομματισμό, λες και ο ίδιος προσγειώθηκε μόλις χθες στη χώρα από άλλον πλανήτη. Η πρόσφατη φιέστα για τη νέα πλατφόρμα myAGRO δεν ήταν απλώς μια ακόμα επικοινωνιακή παράσταση τεχνολογικού εκσυγχρονισμού. Ήταν ένα μνημείο πολιτικού εμπαιγμού.
Διότι αν η διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων περνά άρον άρον στην ΑΑΔΕ, αυτό δεν συμβαίνει επειδή η κυβέρνηση ανακάλυψε ξαφνικά την ψηφιακή αρετή, αλλά επειδή το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ τίναξε στον αέρα κάθε ίχνος αξιοπιστίας.
Μόνο που το σκάνδαλο αυτό δεν συνέβη στο μακρινό παρελθόν, ούτε επί άλλης διακυβέρνησης. Φέρει φαρδιά πλατιά τη σφραγίδα της Νέας Δημοκρατίας.
Πρωταγωνιστές ήταν τα δικά της κομματικά στελέχη, στο στόχαστρο βρέθηκαν οι δικοί της υπουργοί, και στα δικαστικά έδρανα παραπέμπονται οι δικοί της βουλευτές. Αντί όμως για μια στοιχειώδη αυτοκριτική, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει να μιλά σε τρίτο πρόσωπο. Φταίει η γραφειοκρατία, φταίνε οι αγκυλώσεις, φταίει η «κακιά η ώρα», φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από τον ίδιο και το σύστημα εξουσίας που εκτρέφει.
Αυτή η συστηματική μετάθεση ευθυνών σε ένα αόρατο «βαθύ κράτος» συνιστά την απόλυτη θεσμική εκτροπή. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ξεκινά έρευνες για το πάρτι των παράτυπων επιδοτήσεων, η κυβερνητική αντίδραση δεν είναι η διευκόλυνση της δικαιοσύνης, αλλά η αμφισβήτηση του ίδιου του θεσμού. Όταν τίθεται θέμα ευθυνών για τους πολιτικούς προϊσταμένους, η απάντηση είναι η ασυλία. Όταν βουλευτές βρίσκονται υπόδικοι, βαφτίζονται εκ νέου «απαραίτητοι» για τα ψηφοδέλτια στο όνομα ενός όψιμου τεκμηρίου αθωότητας.
Πρόκειται για μια επικίνδυνη νοοτροπία που θεωρεί πως η εξουσία συνεπάγεται αυτόματα και το δικαίωμα στην ατιμωρησία. Η κυβέρνηση ποντάρει απροκάλυπτα στον πολιτικό κυνισμό της κοινωνίας. Καλλιεργεί συστηματικά το αφήγημα πως αποτελεί τη «μοναδική δύναμη διακυβέρνησης», εμφανίζοντας κάθε άλλη πολιτική επιλογή ως την απόλυτη καταστροφή, ώστε να εκβιάσει την ανοχή των πολιτών.
Όμως η ανοχή εξαντλείται. Ο κόσμος που βλέπει το εισόδημά του να συρρικνώνεται, την ακρίβεια να καλπάζει και τους θεσμούς να εξευτελίζονται, δεν μπορεί να καταπίνει άλλο το παραμύθι του «ανέμελου εκσυγχρονιστή». Όταν μια κυβέρνηση αρνείται να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών της, επιβεβαιώνει ότι δεν έχει καμία διάθεση να διορθώσει το οτιδήποτε. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η διατήρηση της καρέκλας με κάθε κόστος.
Αλλά όσες πλατφόρμες κι αν επιστρατευτούν για να βαφτεί το σάπιο οικοδόμημα, η πραγματικότητα παραμένει μία, το χειρότερο «βαθύ κράτος» είναι αυτό που στήνεται με κομματικά γάντια μέσα στο ίδιο το Μαξίμου.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)



























