Εκτός από την ακρίβεια και το δυσβάσταχτο κόστος ζωής, την εγκατάλειψη του κοινωνικού κράτους και τη διαρκή επιδείνωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις και στην περιφέρεια, το τελευταίο διάστημα έχει εγκατασταθεί πάνω από τη χώρα και η σκιά της αδιαφάνειας. Όσο και αν η κυβέρνηση προσπαθεί να αποφύγει τη συζήτηση και τη λογοδοσία, οι εξελίξεις την φέρνουν διαρκώς προ των ευθυνών της.
Μόνο το τελευταίο διάστημα έχουν καταγραφεί σημαντικές εξελίξεις ενώπιον της δικαιοσύνης για τη σκοτεινή υπόθεση των υποκλοπών, για την υπόθεση των Τεμπών και τη διαχείρισή της εκ μέρους της Κυβέρνησης, για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, για την οποία παραπέμφθηκαν τέσσερις βουλευτές της ΝΔ και η Κυβέρνηση περίπου αξίωσε από την αντιπολίτευση να της ζητήσει συγγνώμη που δεν παραπέμφθηκαν περισσότεροι. Μένει βέβαια να δούμε πόσα ακόμη επεισόδια θα έχει αυτή η υπόθεση «γαλάζιας» πελατειακής αδιαφάνειας, αλλά και άλλες υποθέσεις που αναμένεται να έρθουν στο φως χάρη και στην εργώδη προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπως τα πανάκριβα «σπιτάκια ανακύκλωσης» που κατέλαβαν τους λιγοστούς ελεύθερους χώρους στις πόλεις μας.
Παρά τις επιθέσεις κυβερνητικών στελεχών σε ευρωπαϊκούς θεσμούς που κάνουν τη δουλειά τους ή τις μεθοδεύσεις σε βάρος των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, οι υποθέσεις βγαίνουν στο φως και η λογοδοσία δεν αργεί να έρθει. Όμως οι υποθέσεις αυτές, που είναι μέρος του πελατειακού dna της συντηρητικής παράταξης διαχρονικά, έχουν κόστος.
Έχουν κόστος οικονομικό, γιατί πολύτιμοι εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι διοχετεύονται σε σκοπούς που δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό. Έχουν όμως και κόστος πολιτικό και κοινωνικό, γιατί η σκιά της αδιαφάνειας πλήττει τα θεμέλια της δημοκρατικής πολιτείας και της εμπιστοσύνης των πολιτών στο κράτος και τους θεσμούς.
Είναι, επομένως, σημαντικό να αναδεικνύουμε και να καταγγέλλουμε τις πρακτικές αδιαφάνειας. Αρκεί όμως αυτό για να επουλώσει τα τραύματα που έχει επιφέρει η διακυβέρνηση της ΝΔ στη δημοκρατία μας; Ασφαλώς όχι. Χρειάζεται ταυτόχρονα να κάνουμε προτάσεις για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, που θα αποτρέπουν τέτοια φαινόμενα και θα δημιουργούν τις θεσμικές προϋποθέσεις για μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία.
Μία τέτοια πρόταση είναι για παράδειγμα η δημιουργία της κεντρικής ψηφιακής πλατφόρμας «Διαφάνεια» για την ενίσχυση της διαφάνειας στην αξιοποίηση των δημόσιων πόρων, που έχει κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο από τον Ινστιτούτο Α. Τσίπρα. Η πλατφόρμα αυτή φιλοδοξεί να συμπληρώσει και να αναβαθμίσει το σημαντικό εργαλείο της «Διαύγειας» που θεσμοθετήθηκε το 2010, αλλά στη συνέχεια αναπτύχθηκε με τρόπο κατακερματισμένο και όχι διαλειτουργικό, όταν δεν υποβαθμίστηκε κιόλας από την κυβέρνηση της ΝΔ. Η θεσμοθέτηση μιας ενιαίας ψηφιακής υποδομής όπως η «Διαφάνεια», που θα αντλεί δεδομένα από όλα τα υφιστάμενα συστήματα και θα τα καθιστά πραγματικά προσβάσιμα για κάθε πολίτη ή θεσμό που ενδιαφέρεται, είναι ένα βήμα προς περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη λογοδοσία, και τελικά περισσότερη δημοκρατία.
Χρειάζεται όμως να αποτελέσει μια από τις αιχμές ενός ολοκληρωμένου πλέγματος μεταρρυθμίσεων που θα έχουν τον ίδιο στόχο και που θα διαμορφώνονται σε διαρκή διάλογο με την κοινωνία, τους πολίτες, τους θεσμικούς φορείς και τους ειδικούς. Γιατί η αλλαγή πολιτικής σελίδας για την Ελλάδα αφορά τόσο την οικονομία, το κοινωνικό κράτος, τη διεθνή θέση της χώρας, όσο και την ποιότητα της δημοκρατίας μας, που έχει τρωθεί τα τελευταία χρόνια. Και η διαφάνεια είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας.
(Η Κατερίνα Μπέρδου είναι δικηγόρος, αν. Τομεάρχης Άμυνας ΕΛ.Α.Σ.)

























