Στις 28 Ιούλη 1914 η αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας κηρύσσει τον πόλεμο στη Σερβία. Είχε μεσολαβήσει ακριβώς ένας μήνας από τη δολοφονία του Διαδόχου της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας των Αψβούργων Φραγκίσκου - Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας, από τον Σερβοβόσνιο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (Π.Π.) ξεκινά και πλέον όλες οι σχέσεις –διεθνείς, πολιτικές, κοινωνικές, προσωπικές– άρχισαν να αναθεωρούνται.
Προκλήθηκε από τον ανταγωνισμό των αποικιοκρατικών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το ξαναμοίρασμα των αποικιών. Πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο γερμανικός μιλιταριστικός ιμπεριαλισμός, ο οποίος επιδίωξε να σπάσει με τα όπλα τον αποκλεισμό του από τις πλούσιες αποικιακές χώρες. Αντίστοιχα, στόχος για τους Άγγλους, τη μεγαλύτερη αποικιοκρατική δύναμη του κόσμου, ήταν η διατήρηση της «αυτοκρατορίας που ο ήλιος δεν δύει ποτέ» καθώς και η επέκτασή της στην πλούσια σε πετρέλαιο Μέση Ανατολή. Αυτό προϋπέθετε τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συμμάχου των Γερμανών.
Για τους Γάλλους η απάντηση βρισκόταν στην ταπείνωση του 1870 και στόχευαν στην προσάρτηση της περιοχής του Σάαρ και στην κυριαρχία τους στην Εγγύς Ανατολή, σε Συρία και Λίβανο. Η Ρωσία πρόσβλεπε στον προαιώνιο πόθο, τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την έξοδο στη Μεσόγειο, την ίδια στιγμή που έπρεπε να προστατεύσει τις δυτικές επαρχίες της από τις ορέξεις της Αυστρίας. Η Ιταλία, τέλος, θεωρούσε την Ανατολική Μεσόγειο δικό της ζωτικό χώρο.
Πριν από την κήρυξη του πολέμου οι δύο συνασπισμοί είχαν επιδοθεί σε αναζήτηση συμμαχιών. Με απίστευτη κυνικότητα οι ισχυρές χώρες υπόσχονταν στους επίδοξους συμμάχους ολόκληρα –ανεξάρτητα– κράτη, περιοχές άλλων κρατών, υποδομές και λαούς. Με τον ίδιο κυνισμό απαιτούσαν από τους υποψήφιους συμμάχους την παραχώρηση εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, αριθμών πίσω από τους οποίους κρύβονταν άνθρωποι προορισμένοι να θυσιαστούν στον βωμό των γεωπολιτικών συμφερόντων. Σε πολλές περιπτώσεις υπόσχονταν τις ίδιες περιοχές σε άνω του ενός υποψηφίους, γεγονός που νομοτελειακά θα γεννούσε αντιπαραθέσεις στο μέλλον.
Το φαινόμενο αυτό κορυφωνόταν στην περιοχή των Βαλκανίων, όπου η συνύπαρξη λαών και θρησκειών στα ίδια εδάφη σε συνδυασμό με την προϊούσα κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθιστούσαν τη διαμόρφωση συμμαχιών αληθινό γρίφο. Η Σερβία ήταν από την αρχή υπέρ της Αντάντ και έτσι δέχτηκε πρώτη την επίθεση της Αυστρίας, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ουσιαστικά είχε συνταχτεί με τη Γερμανία λόγω των ιδιαίτερων δεσμών της μαζί της και η Βουλγαρία διαπραγματευόταν τη συμμαχία της καθώς διεκδικούσε τη Μακεδονία.
Ελλάδα: τα διχαστικά διλήμματα
Στη δυσκολότερη θέση από όλες τις χώρες βρισκόταν η Ελλάδα που αντιμετώπιζε σημαντικά προβλήματα. Στο μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που είχε κατακτήσει στους Βαλκανικούς πολέμους οι Έλληνες αποτελούσαν μειονότητα, σε ορισμένες δε ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι, όπως στην περιοχή του Νέστου. Αυτά τα εδάφη αποτελούσαν το μήλον της έριδος και για τις άλλες χώρες και ακριβώς αυτά μοίραζαν ως υποσχέσεις οι δύο συνασπισμοί. Έμπαινε δηλαδή επιτακτικά το ζήτημα της προάσπισης των όσων είχαν κατακτηθεί και μαζί αυτό της επέκτασης, κυρίως προς τη Μικρά Ασία.
Το δεύτερο πρόβλημα πήγαζε από τη γεωγραφική της θέση. Η Ελλάδα βρισκόταν στον πυρήνα της ενιαίας γεωπολιτικής ενότητας που συγκροτούσαν τα Βαλκάνια και η Ανατολική Μεσόγειος. Θεωρητικά, αυτό ήταν πλεονέκτημα, την καθιστούσε δηλαδή «πολύφερνη» σύμμαχο, αλλά στην πραγματικότητα προκαλούσε ασφυκτικές πιέσεις και από τους δύο εμπόλεμους συνασπισμούς, οι οποίες έπαιρναν και γεωγραφική διάσταση. Έκαναν ευάλωτη την Ελλάδα στις πιέσεις της Αντάντ, που κυριαρχούσε στις θάλασσες και μπορούσε να αποκλείσει τα παράλια, όπως στο παρελθόν, ακυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ελληνική παρουσία στα νησιά του Αιγαίου την ώρα που τα εποφθαλμιούσαν οι Οθωμανοί. Την ίδια στιγμή, ο πανίσχυρος στρατός ξηράς των κεντρικών αυτοκρατοριών βρισκόταν στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, έχοντας ήδη κατακτήσει τη Σερβία, συμμαχώντας με τη Βουλγαρία και απειλώντας ευθέως τη Μακεδονία και την ίδια τη Θεσσαλονίκη.
Το τρίτο πρόβλημα αφορούσε τη σύγκρουση στρατηγικών στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης, έναν διχασμό που διαπερνούσε συνολικά την ελληνική κοινωνία. Το μεγαλύτερο τμήμα του χρηματιστικού, βιομηχανικού και εφοπλιστικού κεφαλαίου συντασσόταν με την προοπτική επέκτασης προς τη Μικρά Ασία, τις νέες αγορές και πλουτοπαραγωγικές πηγές καθώς και τη σύνδεση με το δυναμικό ελληνικό κεφάλαιο εκείνων των περιοχών. Το τμήμα αυτό είχε διασυνδέσεις κυρίως με την Αγγλία.
Σε πολιτικό επίπεδο το παραπάνω τμήμα του κεφαλαίου εξέφραζε ο Βενιζέλος και σε κοινωνικό είχε την ισχυρή υποστήριξη του ελληνικού πληθυσμού των «Νέων Χωρών», των περιοχών που κατακτήθηκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους. Εκτός των άλλων, οι πληθυσμοί αυτοί ένιωθαν την απειλή της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες, μέσα από τη συμμαχία τους με τις κεντρικές αυτοκρατορίες, ζητούσαν αναθεώρηση των συνόρων της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913). Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των παραγόντων ήταν η επιλογή της συμμετοχής στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.
Από την άλλη, τμήματα του κεφαλαίου που σχετίζονταν με το κράτος και την κατοχή γης, τα παλιά «τζάκια», έβλεπαν τη συμμετοχή στον πόλεμο ως καταστροφική επιλογή. Μαζί τους συντασσόταν η πλειονότητα των ανώτερων και ανώτατων αξιωματικών, οι οποίοι θεωρούσαν τη γερμανική στρατιωτική μηχανή ανίκητη και τον κίνδυνο της Βουλγαρίας ως τον πιο μεγάλο για την Ελλάδα. Κατά συνέπεια, εκτιμούσαν πως περιπέτειες στη Μικρά Ασία αφενός θα αποδυνάμωναν το βόρειο μέτωπο και αφετέρου θα τοποθετούσαν την Ελλάδα στο πλευρό των –πιθανών– ηττημένων. Πολιτικά, συσπειρώνονταν γύρω από τον βασιλιά Κωνσταντίνο και μαζί τους συντάσσονταν τα μικροαστικά και τα λαϊκά στρώματα της παλαιάς Ελλάδας. Έχοντας ήδη βιώσει την εμπειρία των δύο Βαλκανικών Πολέμων, η προοπτική της συμμετοχής σε έναν πόλεμο κολοσσών, με αβέβαιη έκβαση, δεν προκαλούσε ενθουσιασμό. Αυτή η συνισταμένη οδηγούσε στην επιλογή της «αυστηρής ουδετερότητας».
Ήδη από τους πρώτους μήνες το κλίμα μεταξύ των υποστηρικτών των δύο διαφορετικών επιλογών οξύνθηκε. Η πολιτική αντιπαράθεση μετατράπηκε σε δίκη προθέσεων και κυριάρχησε ο χαρακτηρισμός του «πράκτορα». Έτσι, όσοι ήταν υπέρ της ουδετερότητας χαρακτηρίζονταν πράκτορες των Γερμανών, ενώ όσοι υποστήριζαν τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο χαρακτηρίζονταν πράκτορες της Αντάντ και –κυρίως– των Άγγλων. Σύντομα δίπλα στον χαρακτηρισμό «πράκτορας» προστέθηκε και εκείνος του «προδότη». «Η αντιπαλότητα κορυφωνόταν στην κατηγορία της προδοσίας. Σε ένα έθνος με έντονη πατριωτική συνείδηση είναι φυσικό ο προδότης να καταλαμβάνει την κορυφή της κλίμακας του κακού, να είναι το απόλυτο «κακό».
Θα ήταν αφέλεια να πιστέψει κάποιος πως δεν υπήρχαν και στα δύο στρατόπεδα πρόσωπα που συνειδητά εξυπηρετούσαν άλλα συμφέροντα. Και τα δύο είχαν ημιεπίσημες επαφές με τις ξένες δυνάμεις. Μεγαλύτερη αφέλεια όμως θα ήταν να πιστέψει πως ο Διχασμός ήταν απλώς ένα παιχνίδι συνωμοτών, πολύ περισσότερο πως ήταν αποτέλεσμα της συγγένειας του Κωνσταντίνου και της Όλγας με τον Κάιζερ της Γερμανίας Γουλιέλμο. Ούτως ή άλλως, το σύνολο των εστεμμένων στην Ευρώπη συγγένευαν, δυο-τρεις μεγάλοι «οίκοι» έλεγχαν τους θρόνους της Ευρώπης. Υπήρχαν κοινωνικές και πολιτικές ρίζες στην αντιπαράθεση, η οποία οξύνθηκε στο έπακρο με την παρέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, φαινόμενο που στο ελληνικό κράτος υπήρχε πριν καν από την ίδρυσή του.
Οι δύο μερίδες της άρχουσας τάξης είχαν διαφορετική τακτική και στρατηγική, αλλά τον ίδιο στρατηγικό στόχο. Η Μεγάλη ιδέα, η οικονομική και εδαφική επέκταση της Ελλάδας, ήταν κοινός τόπος. Σε αυτό συμφωνούν και οι πιο ψύχραιμες φωνές της αστικής ιστοριογραφίας, που αναγνωρίζουν πως «βασική επιδίωξη και των δύο [σ.σ. του Κωνσταντίνου και του Βενιζέλου] ήταν η εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος μέσα από την αντίληψή τους για τη σημασία και την έκβαση του παγκοσμίου πολέμου», όπως υποστηρίζει ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, άποψη με την οποία συμφωνεί και ο Θάνος Βερέμης. Με εντελώς διαφορετική ταξική οπτική και ορολογία, την ίδια διαπίστωση κάνει και ο Γιάννης Μηλιός:
«[…] ότι ο διχασμός προέκυψε ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης δυο εθνικών στρατηγικών. Παρ’ ότι δηλαδή αλληλοαποκλείονταν, οι δυο πολιτικές στρατηγικές που διατυπώθηκαν (η βενιζελική και η αντιβενιζελική) στόχευαν στη διατήρηση ή και την επέκταση της ελληνικής εθνικής επικράτειας που έμοιαζε να απειλείται από την εξέλιξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.»
Την απόλυτη κυριολεξία στον όρο «διχασμός» έδωσε η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα. Δεν ήταν κάτι απρόσμενο, μιλώντας στη Βουλή το 1911, ο Βενιζέλος υποστήριζε:
«Η δύναμις του αστικού καθεστώτος είναι να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνον, ο οποίος επέρχεται κατά τον εικοστόν αιώνα από τα κάτω, κίνδυνον του οποίου ένα μέσον έχει να προλαμβάνει τας εκρήξεις διά της εγκαίρου ικανοποιήσεως των δικαίων αξιώσεων των εργατών των αποκλήρων της κοινωνίας.»
Οι συνεχείς πόλεμοι οδήγησαν στο σφαγείο τους «από κάτω», το εργατικό δυναμικό και τους απόκληρους της κοινωνίας που έβλεπε σαν κίνδυνο ο Βενιζέλος, αλλά τους έφεραν ταυτόχρονα στο προσκήνιο της ιστορίας, όπου βίωσαν τη φρίκη των ιμπεριαλιστικών πολέμων και απομυθοποίησαν πολλά «εθνικά» οράματα και ιδέες. Στην απόφαση του συνεδρίου των Παλαιών Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατού που διεξήχθη το 1924 αναφερόταν:
«[…] ήλθαν οι πόλεμοι οι βαλκανικοί του 1912-1913. Οι καταστροφές που έφεραν οι πόλεμοι εκείνοι ανάμεσα στις φτωχές μάζες του λαού άρχισαν να σημειώνουν τις πρώτες απογοητεύσεις των και ψύχραναν τον αισθηματικό ζήλο, τον οποίο τους είχαν εμπνεύσει στις παραμονές των πολέμων οι στρατιωτικοί και πολιτικοί αρχηγοί με τα μεγάλα, παχιά λόγια της μεγαλοϊδεατικής ρητορίας περί «Μεγάλης Ελλάδας», περί «δούλων αδελφών» και περί «εθνικού μεγαλείου». Το κόστος της ζωής ολοένα και ανέβαινε και όταν με το κλείσιμο της ειρήνης τα παιδιά του λαού ξαναγύριζαν απ’ τις «απελευθερωμένες» χώρες, όπου δεν είχαν ιδεί παρά ένα μωσαϊκό εθνικοτήτων και φυλών (Έλληνες, Τούρκοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Ρουμάνοι, Αλβανοί), βρέθηκαν εμπρός σε μια κατάσταση που ποτέ βέβαια δεν θα μπορούσαν να τήνε φαντασθούν πρωτύτερα.»
Έχει ξεχωριστή σημασία η διαπίστωση των παλιών πολεμιστών πως στις περισσότερες από τις «νέες χώρες» που πολέμησαν για χρόνια δεν είδαν σχεδόν τίποτε από όσα ευαγγελιζόταν η Μεγάλη Ιδέα. Δεν είδαν «ελληνικά» εδάφη με «τρισχιλιετή αδιάκοπη ιστορία» ούτε «σκλαβωμένα αδέρφια» που τους περίμεναν έτοιμα να ξεσηκωθούν. Μωσαϊκό εθνοτήτων και θρησκειών συνάντησαν. Η εμπειρία αυτή γκρέμισε μύθους και διαμόρφωσε άλλη ψυχολογία απέναντι στα κελεύσματα των εκφραστών της Μεγάλης Ιδέας, οι οποίοι καλούσαν σε νέους πολέμους, εν προκειμένω ο Βενιζέλος και η παράταξη των Φιλελευθέρων.
Στηριγμένος σε αυτά τα δεδομένα, ο Μηλιός διατυπώνει την εξής άποψη:
«η όξυνση της σύγκρουσης ανάμεσα στις δυο στρατηγικές υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της πολιτικής παρουσίας και παρέμβασης των λαϊκών μαζών, που στήριξαν τόσο τη βενιζελική όσο και τη μοναρχική πτέρυγα. Χωρίς αμφιβολία η μοναρχική στρατηγική εξασφάλισε την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των κινητοποιημένων λαϊκών μαζών της παλαιάς Ελλάδας, που είχαν ήδη χύσει το αίμα τους στους πολέμους του 1912-13.
Έτσι η υποστήριξη προς τη μοναρχική πολιτική στρατηγική προσέλαβε ένα ανοιχτά αντιπολεμικό περιεχόμενο και χαρακτήρα, δεν ταυτιζόταν δηλαδή κατ’ ανάγκην με το γενικότερο πολιτικό πρόγραμμα ή την ιδεολογία του μοναρχισμού. Ήταν τελικά αγώνας ενάντια στη Μεγάλη Ιδέα, ενάντια στην κυρίαρχη επεκτατική στρατηγική του ελληνικού αστισμού από την ίδρυση ακόμα του ελληνικού κράτους, στρατηγική που από το 1912 και μετά είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα.»
Η «λύση»
Ο Εθνικός Διχασμός ήταν, λοιπόν, το αποτέλεσμα όλων αυτών των παραγόντων, είναι λάθος τόσο η παράβλεψη όσο και η απολυτοποίηση κάποιου. Η ουσία είναι πως η Ελλάδα, εγκλωβισμένη στη στρατηγική της Μεγάλης Ιδέας, βρέθηκε σε αδιέξοδο, το οποίο κατέστησαν δραματικό οι καταιγιστικές εξελίξεις στη διεθνή σκηνή. Μετά το 1916 έχουμε δύο «Ελλάδες», της Αθήνας του Κωνσταντίνου και της Θεσσαλονίκης του Βενιζέλου.
Η «λύση» που θα δοθεί θα έχει τη σφραγίδα των Αγγλογάλλων: για πολλοστή φορά θα καταλάβουν την Αθήνα και τον Πειραιά μετά τα περίφημα «Νοεμβριανά» του 1916. Οι δυνάμεις της Αντάντ επέρριψαν την ευθύνη στον Κωνσταντίνο και προχώρησαν σε ολοκληρωτικό ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας. Άμεση συνέπεια ήταν ο λιμός κατά τη διάρκεια του οποίου, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ελληνικού κράτους, καταγράφηκαν εκατοντάδες θάνατοι.
Στις 28 Μαΐου 1917 πραγματοποιήθηκε συνάντηση των συμμάχων στο Λονδίνο με θέμα το μελλοντικό καθεστώς της Ελλάδας. Στη συνάντηση, φυσικά, δεν πήρε μέρος καμία από τις δύο… ελληνικές κυβερνήσεις. Εκεί αποφασίστηκε οριστικά η εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και ο συντονισμός των ενεργειών ανατέθηκε στον Γάλλο γερουσιαστή Σαρλ Ζονάρ. Ήταν έμπειρος σε αποστολές αποικιακού τύπου, καθώς είχε διατελέσει επί μία δεκαετία γενικός διοικητής της Αλγερίας.
Στις 15 Ιουνίου ο Κωνσταντίνος αναχώρησε για την Ελβετία, ενώ μία ημέρα νωρίτερα, υπό την προστασία του στρατού της Αντάντ, ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα ως πρωθυπουργός. Πώς «επέστρεψε»; Μεταφέρθηκε διά θαλάσσης με το γαλλικό θωρηκτό Provence (Προβηγκία). Η άφιξή του στην Αθήνα έγινε στις 27 Ιουνίου 1917 (νέο ημερολόγιο) και φωτογραφίες της εποχής τον απεικονίζουν κατά την επιστροφή του, υπό την παρουσία γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων. Στην πραγματικότητα ύπατος αρμοστής ήταν ο Ζονάρ και ο ελληνικός στρατός υπό ξένη διοίκηση.
Η «εθνική ενότητα» είχε αποκατασταθεί, η Ελλάδα έμπαινε στον πόλεμο που θα τελείωνε με δραματικό τρόπο στην προκυμαία Κε της Σμύρνης, 5 χρόνια αργότερα.
(Τα ιστορικά στοιχεία αντλούνται από το έργο «Μεγάλη Ιδέα 1844 -1922» του συγγραφέα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος)

























