11 Ιουλίου 1982: Μαδρίτη, στάδιο «Σαντιάγο Μπερναμπέου». Η Ιταλία προηγείται ήδη στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου με 1-0 της Δυτικής Γερμανίας. Ο αγώνας βρίσκεται στο 69ο λεπτό. Οι Ιταλοί πολιορκούν την περιοχή των Γερμανών. Ο Μάρκο Ταρντέλι παίρνει την μπάλα, έξω από την περιοχή και με δυνατό σουτ πετυχαίνει το 2-0, κλειδώνοντας, ουσιαστικά, το αποτέλεσμα του αγώνα υπέρ των «Ατζούρι». Αμέσως, μετά πανηγυρίζει τρέχοντας σαν τρελός με ανοιχτά τα χέρια και φωνάζοντας: «Γκοοοοοολ». Η σκηνή αποτυπώνεται στις τηλεοπτικές οθόνες και τις φωτογραφίες και περνάει στην ιστορία ως «l’ urlo di Tardelli» (το ουρλιαχτό του Ταρντέλι).
Πέρασαν σαράντα τέσσερα χρόνια, για να προκαλέσει αίσθηση στην παγκόσμια ποδοσφαιρική κοινότητα η φωνή του Μάρκο Ταρντέλι. Ο βετεράνος ποδοσφαιριστής, με δηλώσεις του στην ιταλική τηλεόραση, επέκρινε την απόφαση της ΦΙΦΑ να αναστείλει την τιμωρία του Αμερικανού Μπάλογκαν, ύστερα από την παρέμβαση του Τραμπ. «Μοιάζει με αστείο. Η τιμωρία ανεστάλη μόνο και μόνο για να μπορέσει να αγωνιστεί απέναντι στο Βέλγιο. Ήταν αποβολή και συνεπώς έπρεπε να ακολουθήσει τιμωρία», είπε.
Για να προσθέσει: «Το σοβαρό είναι ότι οι παίκτες δεν μίλησαν, ότι οι ενώσεις των ποδοσφαιριστών, δε μίλησαν. Ο μόνος παίκτης που έκανε κάτι εναντίον της ΦΙΦΑ ήταν ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Δεν πιστέψαμε τον Μαραντόνα και τώρα το πληρώνουμε. Ήμασταν δειλοί που δεν τον υπερασπιστήκαμε. Είμαι μέρος αυτού. Δεν τον πίστεψα. Δεν το κάναμε και τώρα πληρώνουμε για ό,τι δεν κάναμε». Για να τονίσει: «Μόνο ο Μαραντόνα στάθηκε απέναντι στη ΦΙΦΑ. Όλοι εμείς ήμασταν δειλοί. Και ακόμη και σήμερα…».
Βαριές κουβέντες από έναν άνθρωπο που διακρίθηκε σε εποχές πάντα ύποπτες, αλλά πιο αγνές από τη δική μας. Σαράντα τέσσερα χρόνια από το ουρλιαχτό του και τριάντα οκτώ από τη στιγμή που «κρέμασε τα παπούτσια του», ο Ταρντέλι δηλώνει: «το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να με συναρπάζει, γιατί ήταν και παραμένει η ζωή μου. Όμως, δεν το αναγνωρίζω πια».
Και παρά τις παραινέσεις των δημοσιογράφων της κρατικής RAI, να προσέχει τα λόγια του, συμπλήρωσε: «Δεν ξέρω ποιος μπορεί να διατάσσει τον Ινφαντίνο (σημ.: Πρόεδρος της ΦΙΦΑ), αλλά πρέπει να σταματήσει να δέχεται εντολές! Δεν είναι αυτό το ποδόσφαιρο που γνωρίζαμε. Το αλλοιώνουν μπροστά στα μάτια μας!».
Στο Μουντιάλ που μας πέρασε, η ΦΙΦΑ, υπό την πίεση των διοργανωτών, άλλαξε τους κανονισμούς του αθλήματος. Εκτός από την αναστολή της ποινής του Μπάλογκαν, μετά την κόκκινη κάρτα, εισήγαγε το περίφημο «διάλειμμα ενυδάτωσης», δηλαδή μία τρίλεπτη διακοπή στη μέση κάθε ημιχρόνου, προκειμένου (υποτίθεται) να ενυδατωθούν οι παίκτες, που έπαιζαν υπό συνθήκες ζέστης.
Βάσει του κανονισμού, ο διαιτητής μπορεί να διακόψει μία φορά σε κάθε ημίχρονο, τον αγώνα προκειμένου να δροσιστούν οι παίκτες, όταν κρίνει ότι κάνει πολλή ζέστη. Στο προηγούμενο Μουντιάλ, ίσχυε ο ίδιος κανονισμός. Αλλά, δεδομένου ότι, το 2022, οι αγώνες έγιναν το χειμώνα, οι διαιτητές δεν έκριναν σκόπιμη τη διακοπή. Ως αποτέλεσμα, το αμερικάνικο τηλεοπτικό δίκτυο FOX δεν μπορούσε να προβάλει διαφημίσεις, ενώ είχε ήδη αγοράσει διαφημιστικό χρόνο. Προσέφυγε δικαστικά και ζήτησε αποζημίωση από τη ΦΙΦΑ, για διαφυγόντα κέρδη.
Η ΦΙΦΑ, μπροστά στον κίνδυνο να χάσει το δικαστήριο, πέτυχε εξωδικαστικό διακανονισμό με τo FOX. Αντί καταβολής αποζημίωσης, συμφωνήθηκε να επιβληθούν οι τρίλεπτες διακοπές στους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026, έτσι ώστε η FOX να βγάλει τα λεφτά της… Επί της ουσίας επέβαλε την αλλαγή του τρόπου διεξαγωγής των αγώνων, για να γλυτώσει τις αποζημιώσεις.
Επομένως, το σκάνδαλο Μπάλογκαν δεν είναι και ό,τι χειρότερο συνέβη κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Είναι πιο σοβαρό, για παράδειγμα το ότι, δεν επιτράπηκε η παραμονή της Εθνικής Ομάδας του Ιράν στις ΗΠΑ και ότι οι Ιρανοί έπρεπε αμέσως να επιστρέψουν στο Μεξικό, προφανώς είναι πιο σημαντικό, καθώς έκανε τη ζωή δύσκολη στους παίκτες μίας ολόκληρης ομάδας. Το γεγονός ότι οι Αμερικάνοι δεν άφησαν Σομαλό διαιτητή να εισέλθει στη χώρα τους, για να διευθύνει αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, είναι επίσης πολύ σοβαρό, διότι, οι πολιτικές του Τραμπ επιβλήθηκαν και επηρέασαν ευθέως τους διαγωνιζόμενους. Οι πολιτικές επιλογές του Τραμπ αποδείχθηκαν πιο ισχυρές από την ίδια τη ΦΙΦΑ.
Παραδείγματα παρόμοιας υποταγής από την Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία υπάρχουν πολλά. Ιστορικά, για πολιτικούς λόγους ομάδες απόλαυσαν προνομιακή μεταχείριση από διαιτητές και άλλες καταποντίστηκαν από φάλτσα σφυρίγματα. Παραδοσιακά, η ΦΙΦΑ για εμπορικούς λόγους, ευνοούσε ομάδες που είχαν στις τάξεις τους «σταρ». Στο Μουντιάλ που μόλις τελείωσε, παρόλο που το VAR διασφαλίζει, μία σχετική αξιοπιστία, είδαμε και γκολ να ακυρώνονται χωρίς λόγο και περίεργους διαιτητές να επιτρέπουν το σκληρό παιχνίδι και άλλα πολλά περίεργα.
Όλα όσα έγιναν στα γήπεδα των ΗΠΑ, του Μεξικού και του Καναδά, για τον Ταρντέλι είναι αποδείξεις ενός ποδοσφαίρου που αλλοιώνεται από εξωτερικούς παράγοντες και που δε μοιάζει καθόλου με το ποδόσφαιρο που ο ίδιος γνωρίζει. «Η μόνη λύση, όσο ουτοπική κι αν ακούγεται, είναι να πάρουν θέση οι ίδιοι οι παίκτες. Κανείς όμως δεν επαναστατεί. Με αντάλλαγμα τα εκατομμύρια που κερδίζουν, έχουν αποδεχθεί να μην έχουν πλέον φωνή και επιρροή. Πού είναι ο Μέσι, ο Κέιν, ο Χάαλαντ, ο Μπαπέ; Αν μιλούσαν εκείνοι απέναντι σε τέτοιες αδικίες, οι φίλαθλοι σε όλο τον κόσμο θα τους ακολουθούσαν», ανέφερε. Και έχει δίκιο, όταν λέει ότι η λύση που ο ίδιος προτείνει είναι ουτοπική.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο γεννά ιστορίες, ήρωες, ακόμα και Θεούς. Είναι η διοργάνωση που μπορεί να καταξιώσει έναν ποδοσφαιριστή, ως τον μεγαλύτερο όλων των εποχών. Τέτοιος μπορεί να θεωρηθεί ο Λιονέλ Μέσι. Όμως, κάποιοι ενώ χαρακτηρίζουν τον Μέσι ως μεγαλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, στη σύγκρισή του με τον Μαραντόνα, σημειώνουν ότι ο «Ντιέγκιτο», παρά τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις και την αυτοκαταστροφική του τάση, διέθετε μεγαλύτερη προσωπικότητα. Κατά τη γνώμη μας, είναι ορθή αυτή η άποψη. Διότι, εκτός από την ουτοπία να ντριμπλάρει μία ολόκληρη ομάδα και να βάλει γκολ (το έχει κάνει και ο Μέσι), ο Μαραντόνα υπηρέτησε και την ουτοπία, για την οποία μιλάει ο Ταρντέλι: να πάρει θέση απέναντι στις αδικίες και σε αυτούς που το διαφεντεύουν. Και μάλιστα, την υπηρέτησε μόνος του. Η ΦΙΦΑ ενοχλήθηκε πολύ που δεν είχε τον Μαραντόνα με το μέρος της και, στο τέλος της ημέρας, δεν του συγχώρησε ποτέ ότι έκανε πραγματικότητα αυτή την ουτοπία.
Το νόμισμα του Κουκουρέγια
Πριν τον τελικό με την Αργεντινή, ο Ισπανός διεθνής Μαρκ Κουκουρέγια φύτεψε στην άκρη του γηπέδου ένα νόμισμα. Το ίδιο είχε κάνει, για γούρι, ο Ζοάν Καπντεβίγια, πριν τον τελικό του 2010. Τότε, το γούρι έπιασε τόπο. Η Ισπανία νίκησε την Ολλανδία 1-0 και ο Καπντεβίγια, που αγωνιζόταν στην ίδια θέση με τον Κουκουρέγια, του ζήτησε να επαναλάβει το τελετουργικό, πριν το μεγάλο τελικό του Νιου Τζέρσι.
Όμως, περισσότερο και από τη σπορά του νομίσματος εκείνο που συνέβαλε αποφασιστικά στον ισπανικό θρίαμβο, είναι η συστηματική δουλειά που κάνει η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ισπανίας. Αυτή η σπορά του ισπανικού ποδοσφαίρου της απέφερε και την κατάκτηση του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Οι Ισπανοί μαθαίνουν να παίζουν ομαδικά και με σύστημα. Χάρη σε αυτό, οι «Ρόχας» εξουδετέρωσαν τους μεγαλύτερους αντιπάλους τους: τη Γαλλία και την Αργεντινή και έφτασαν δίκαια στην κορυφή του Κόσμου.
Φαίνεται όμως, ότι δεν μαθαίνουν μόνο ποδόσφαιρο. Μαθαίνουν και πώς να συμπεριφέρονται, κατά τη διάρκεια των αγώνων. Πώς να αντιστέκονται και να μην αντιδρούν στις προκλήσεις των αντιπάλων, κατά τη διάρκεια του αγώνα, αλλά και μετά τη λήξη του. Τους έχουν μάθει πώς να αναγνωρίζουν την αξία της αντίπαλης ομάδας, ακόμα και όταν οι ίδιοι οι Ισπανοί τους έχουν κατανικήσει στον αγωνιστικό χώρο. Εν τέλει, έδειξαν ότι υπάρχει τρόπος να νικήσεις καθαρά. Να πανηγυρίσεις πολιτισμένα, χωρίς να προκαλείς και χωρίς να χλευάζεις τον ηττημένο. Η Εθνική Ισπανίας προσέφερε ένα μάθημα ποδοσφαίρου, αλλά και ήθους. Ως τέτοια πρωταθλήτρια θα περάσει στην Ιστορία η Ισπανία.
Ο Μεγάλος πρωταγωνιστής
Ο μεγάλος τελικός τελείωσε… Στο χορτάρι του γηπέδου ένα γλυκύτατο μαύρο παιδάκι, με κοιλίτσα και φουσκωμένα μαγουλάκια, ντυμένο με την εμφάνιση της Εθνικής Ισπανίας, οργώνει το γήπεδο… Αστειεύεται με τους ανθρώπους της ασφάλειας… Φοράει ανάποδα ένα κόκκινο καπέλο που, μεγάλο όπως είναι, του κλείνει τα μάτια… Ξαπλώνει στο χορτάρι… Τρέχει ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές και παίζει μπάλα μαζί τους. Κάποια στιγμή βρίσκει μία μπάλα και την αγκαλιάζει σφιχτά. Εξουθενωμένο κάθεται σε ένα σκαλάκι. Τον λένε Κέιν, είναι μόλις τριών χρονών.
Ο αδερφός του, Λαμίν Γιαμάλ, πριν λίγα λεπτά έχει κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Με το τρόπαιο στα χέρια, πλησιάζει τον Κέιν και του προτείνει το τρόπαιο. Ο μικρούλης αρνείται να το κρατήσει. Προτιμάει να σφίξει την μπάλα στην αγκαλιά του, να την προστατέψει, για να μην του την πάρει κανείς. Ούτε καν ο μεγάλος αδερφός του Λαμίν. Είναι πιθανό, στα τρία του χρόνια, να μην καταλαβαίνει το συμβολισμό: Πριν και πάνω από τις λαμπερές διοργανώσεις, τα φανταχτερά τρόπαια, τα δισεκατομμύρια δολάρια και τα «αστέρια», βρίσκεται το παιχνίδι του ποδοσφαίρου, η μπάλα. Μπορεί εμείς, οι μεγάλοι, να αντιλαμβανόμαστε τον συμβολισμό. Αποδεικνύεται, όμως, ότι δεν καταφέρνουμε να υπερασπιστούμε την μπάλα, τόσο πολύ, τόσο καλά και με τόσο πάθος όσο ο μικρός Κέιν.
Γι’ αυτό άλλωστε, αν κάτι μένει ως εικόνα από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026, αν κάποιο είναι το πρόσωπο για το οποίο μιλάνε όλοι, αυτό είναι ο Κέιν Γιαμάλ. Ο πρωταγωνιστής και το σύμβολο αυτού του Μουντιάλ.
(Ο Κώστας Καρβουναρίδης είναι Δικηγόρος – Μάστερ Αθλητικού Δικαίου και Μάνατζμεντ Διεθνές Κέντρο Αθλητικών Σπουδών CIES – ΦΙΦΑ)



































