Τον Φεβρουάριο του 2026 ο καγκελάριος Μερτς σε άρθρο του στο αμερικανικό περιοδικό Foreign Affairs έγραφε ότι για την Ευρώπη πέρασε η μακρά περίοδος των «διακοπών από την Ιστορία» και ήρθε η εποχή της «πολιτικής ισχύος και των ισχυρών δυνάμεων».
Σε μια προσπάθεια δικαιολόγησης των εξοπλισμών και της υποστήριξης της Ουκρανίας, διακήρυξε το δόγμα του «ηθικού ρεαλισμού» (sic) για να απορρίψει την μεταπολεμική πρακτική των διεθνών κανόνων.
Στην άλλη κυρίαρχη χώρα της Ευρώπης, τη Γαλλία, επικρατεί ανησυχία ότι η ως τώρα κατανομή μετά τον ψυχρό πόλεμο τείνει να διαταραχτεί. Η Γερμανία ήταν η οικονομική δύναμη ενώ η Γαλλία η στρατηγική δύναμη. Η Γαλλία ήταν η οικονομική «ατμομηχανή», η Γερμανία η αποικιοκρατική δύναμη, πρόθυμη σε μακρινές εκστρατείες και με ανεξάρτητο πυρηνικό δυναμικό (290 πυρηνικές κεφαλές σε υποβρύχια και αεροσκάφη), που δεν υπάγεται στις δεσμεύσεις του ΝΑΤΟ.
Τώρα όλα αλλάζουν. Η Γερμανία θα ξοδέψει 172 δις δολ. (3,6% του ΑΕΠ της) μέχρι το 2029, μια αύξηση 200% από το 2022. Οι πολεμικές της βιομηχανίες δουλεύουν «με πλήρη ατμό». Η γερμανική Rheinmetall συνεργάζεται με την ιταλική Leonardo για την κατασκευή 1.000 τεθωρακισμένων οχημάτων και 350 αρμάτων Panther για τον ιταλικό στρατό. Έχει πάρει την κυριαρχία στην Ευρώπη για όλα τα σύγχρονα άρματα, τεθωρακισμένα οχήματα και πυροβόλα.
Η Γαλλία από την άλλη καθιέρωσε το δόγμα της «προηγμένης αποτροπής» με άλλες εννέα χώρες για συμμετοχή σε κοινές ασκήσεις με πυρηνικά όπλα και «φιλοξενία» γαλλικών πυρηνικών όπλων. Η γαλλική πυρηνική ομπρέλα έρχεται να αντικαταστήσει την αποχωρούσα αμερικανική ενώ παρέχει «προστασία» αλλά συγχρόνως στοχοποιεί τις χώρες στα ρωσικά αντίποινα, σε περίοδο κρίσης. Εκτός από την Ελλάδα, στη γαλλική «πυρηνική ομπρέλα» εντάσσονται μέχρι στιγμής η Γερμανία (ως «βασικός εταίρος»), το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πολωνία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Σουηδία και η Δανία.
Σε χθεσινό άρθρο (29 Ιανουαρίου 26) του Foreign Affairs αναφέρεται ο αντίκτυπος των εξοπλισμών στους ευρωπαϊκούς λαούς.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση για την Επιτροπή της Ε.Ε. το 77% των Ευρωπαίων θεωρούν ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτελεί άμεση απειλή για την Ευρώπη. Μεγαλύτερο ήταν το ποσοστό στις ανατολικές και βόρειες χώρες ενώ 59% ήταν στη Γερμανία, 50% στη Γαλλία και 49% στη Βρετανία.
Η αίσθηση της ανασφάλειας συνοδεύεται με την πεποίθηση ότι δεν μπορούν πλέον να στηριχτούν στην αμερικανική υποστήριξη.
Μόνον το 11% των Ευρωπαίων από 15 χώρες, από τη Βουλγαρία μέχρι τη Βρετανία, θεώρησαν τις ΗΠΑ σύμμαχο, σε αντίθεση με 22% το 2024 ενώ 25% θεωρεί τους Αμερικανούς σαν αντίπαλο.
Είναι προφανές ότι το αποτέλεσμα είναι αντανάκλαση της φοβίας που διασπείρεται καθημερινά από τις κυβερνήσεις των χωρών της Ευρώπης και όχι μόνο. Ας δούμε το ρόλο των Πράσινων και της Σοσιαλδημοκρατίας στη Γερμανία.
Οι πλειοψηφίες, σύμφωνα με την παραπάνω δημοσκόπηση, στη Δανία, Εσθονία, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, Πορτογαλία και Βρετανία είναι υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών. Εξαίρεση αποτελεί η Ιταλία.
Επίσης στη Γαλλία, Γερμανία και Πολωνία η πλειοψηφία είναι υπέρ της επιστροφής της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.
Στο μεταξύ στη Γερμανία παρουσιάσθηκαν μέχρι τον Μάρτιο 2026, 12.700 εθελοντές και 22.700 μόνιμοι. Ο στόχος είναι μακριά από ένα στρατό των 260.000 που έχει ως στόχο το 2030.
Το ίδιο συστημικό Foreign Affairs, στο άρθρο του, γράφει: «Σε όποιες περιπτώσεις τα κράτη είναι άτακτα, η Ευρώπη επιζητά να τα πειθαρχήσει και να μετατρέψει την πολιτική τους μέσω βοήθειας, εμπορίου, νομοθετικών ρυθμίσεων, κανονισμών και κωδικοποίησης. Αυτή είναι η μεγάλη στρατηγική (της Ε.Ε.): να κατευθύνει τη γεωπολιτική μέσω των αγορών, των κανόνων και της ενσωμάτωσης».
Η πρόταση Ντράγκι του 2024, για την οικονομία πολέμου, προκειμένου να τονωθεί η γενικότερη οικονομία, είναι το προκάλυμμα της παραπάνω επιδίωξης. Πραγματική «οικονομία πολέμου» δημιουργήθηκε από όλες τις χώρες που ενεπλάκησαν στον Β΄Π.Π., με αμυντικές δαπάνες 40% του ΑΕΠ περίπου και μετά από τις τεράστιες καταστροφές που προκλήθηκαν υπήρξε μεγάλη ανάπτυξη.
Τώρα είναι αδύνατο με ποσοστά 3-5% να γίνουν οι αμυντικές βιομηχανίες ο κύριος μοχλός ανάπτυξης, εκτός αν καταλήξουν σε πόλεμο, ο οποίος με τα σημερινά δεδομένα θα είναι πιο καταστρεπτικός από τον Β΄Π.Π. και τότε ναι μπορεί κάτω από τα ερείπια να προκύψει κάποια ανάπτυξη.
Σε αυτή την κατάσταση η Ρωσία άρχισε να υφίσταται τις πρώτες σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις ενώ προκλήθηκε δυσαρέσκεια στην κοινωνία. Αποδείχτηκε ότι μόνο πουλώντας πετρέλαιο δεν μπορείς να τροφοδοτείς ένα πόλεμο διαρκείας.
Σε συνθήκες παρατεταμένου πολέμου, ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της ρωσικής κοινωνίας αλλά και των ηγετικών κύκλων γίνεται σκληροπυρηνικό και απαιτεί από τον Πούτιν όχι διακοπή του πολέμου αλλά δυναμική αντιμετώπιση της Ευρώπης που τροφοδοτεί την Ουκρανία με πυραυλική τεχνολογία και διευκολύνει μέσω των Βαλτικών χωρών την προσβολή της Αγ. Πετρούπολης, της Μόσχας και κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων εντός της Ρωσίας.
Και είναι αποδεκτό ότι η μέχρι τώρα προστασία από το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ (αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών) αποτελεί παρελθόν για τις ΗΠΑ.
Στην πρόσφατη επίσκεψη του γραμματέα του ΝΑΤΟ Ρούτε στον Τραμπ, ο πρώτος παρουσίασε με κολακείες την αύξηση των πολεμικών δαπανών σαν επίτευγμα του Τραμπ που δεν έγινε ούτε καν επί Αιζενχάουερ. Ξέχασε όμως να αναφέρει τι είπε ο στρατηγός και δυο φορές πρόεδρος, κατά την παράδοση της θητείας του το 1961, για τους κινδύνους του στρατιωτικο-βιομηχανικού πλέγματος. Φοβόταν ο ίδιος, που έζησε αυτό το πλέγμα, την αυξημένη επιρροή του στην πολιτική εξουσία και οικονομία.
Η τωρινή κατάσταση μοιάζει με τις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου όταν οι εσωτερικές κρίσεις συγχωνεύτηκαν με τις διεθνείς κρίσεις. Η Ρωσία ένιωθε την απειλή της κοινωνικής επανάστασης. Η Αυστρία είχε χάσει τον πολιτικό έλεγχο της αυτοκρατορίας της. Η Γαλλία επιδίωκε επανεξοπλισμό αλλά οι Γάλλοι δεν πλήρωναν φόρους γι αυτό το σκοπό. Η Βρετανία έδινε την εντύπωση ότι τα μεγάλα θωρηκτά θα αντικαθιστούσαν τους στρατούς. Οι λαοί ανταποκρίθηκαν με μεγάλη προθυμία στο κάλεσμα να συμμετάσχουν και να σκοτωθούν ή τραυματιστούν 20 εκατομμύρια, σε ένα πόλεμο που δήθεν θα διαρκούσε λίγους μήνες και κράτησε τέσσερα χρόνια ενώ διέλυσε τέσσερεις αυτοκρατορίες (Αυστροουγγρική, Οθωμανική, Ρωσική, Γερμανική).
Η αμοιβαία εξάρτηση πολέμου και πολεμικής παραγωγής καθορίζει τις σχέσεις των κυβερνήσεων με τη βιομηχανία. Το 1892 ο Φρίντριχ Ένγκελς προέβλεψε ότι «καθώς ο πόλεμος έγινε κλάδος της grande industrie…η grande industrie…έγινε πολιτική αναγκαιότητα».
Στην εποχή μας μήπως η πλήρης εξάρτηση της βιομηχανίας από την πολεμική βιομηχανία γίνεται «πολιτική αναγκαιότητα»;
Οι παρακμάζουσες ευρωπαϊκές οικονομίες δεν μπορούν στηριχτούν με «ενέσεις» οικονομίας πολέμου. Ούτε μπορούν να απαγορέψουν για πάντα τα κινεζικά προϊόντα με φόρους, όπως έκαναν τον 18ο αιώνα οι Άγγλοι με το βαμβάκι της Ινδίας για να προστατέψουν τα βρετανικά μάλλινα υφάσματα. Κάτι που κατάργησαν τον 19ο αιώνα για αντίστροφους λόγους ενώ τώρα η Ινδία έγινε εισαγωγός βάμβακος και αποτρέπει η ίδια τις εξαγωγές. Δηλαδή, οι δασμοί δεν είναι συνταγή για προστασία επ’ αόριστον και επιπλέον υπάρχει αλληλεξάρτηση των οικονομιών. Αν οι Ευρωπαίοι απαγορεύσουν τα κινεζικά αυτοκίνητα, οι Κινέζοι δεν θα εξάγουν σπάνιες γαίες για τα τσιπάκια. Υπάρχει δε περίπτωση να οδηγήσουν σε εμπορικό πόλεμο και αυτός με τη σειρά του σε πραγματικό.
Από τη στιγμή που τα «αμυντικά» μέσα δεν αποδίδουν, έρχονται τα «επιθετικά». Το ποσοστό κέρδους πέφτει για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες αλλά υπάρχουν συσσωρευμένα κεφάλαια αχρησιμοποίητα που αναζητούν νέες αγορές ή νέες τεχνολογίες, ακόμη και πολεμικές.
Η κρίση και ο πόλεμος για επέκταση των αγορών είναι «αναγκαίος» για την αύξηση των κερδών της κυρίαρχης οικονομίας και για εκτόνωση της κρίσης σαν την κατσαρόλα που εκτονώνει τον ατμό.
Οι νέες αγορές βρίσκονται στην Ανατολική Ευρώπη, την Αφρική και στην Ασία. Εκεί όμως υπάρχουν άλλοι ανταγωνιστές. Η σύγκρουση γι αυτό είναι αναπόφευκτη.
Οι λαοί παρότι ξέρουν τις καταστροφές των πολέμων του 20ου αιώνα στηρίζουν τους εξοπλισμούς όπως πριν τον Α’ Π.Π. το 1914, με την ελπίδα ότι δεν θα γίνει πόλεμος ή αν γίνει θα είναι σύντομος και νικηφόρος λόγω της δυτικής υπεροπλίας.
Για την ώρα, η εκτόνωση της κρίσης γίνεται με μικρότερους πολέμους μέσω proxies όμως τίποτα δεν αποκλείει την άμεση εμπλοκή των κυρίαρχων κρατών.
Παρότι η πολιτική των Μερτς, Μακρόν και μέχρι τώρα Στάρμερ έχει ναυαγήσει και η αποδοχή από τους λαούς τους είναι κάτω από 20%, συνεχίζεται η πορεία σύγκρουσης, χωρίς φρένα. Η ίδια εξέλιξη φαίνεται και για τον Πούτιν.
Η Ακροδεξιά, κύρια στη Γερμανία και στη Γαλλία, βρίσκεται κερδισμένη. Εισπράττει από τους εργαζόμενους, τους οποίους παραπλανά με συνθήματα αντισυστημικά.
Όπως και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αναδεικνύεται από τα χαλάσματα της κρίσης ή την ανημπόρια του συστήματος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των εργαζόμενων και στον προκλητικό τρόπο ζωής των «εχόντων».
Η Αριστερά ή θα ακολουθήσει την πορεία της αδράνειας όπως η γερμανική σοσιαλδημοκρατία τη δεκαετία του 1930, με αποτέλεσμα να μην εμποδίσει τον πόλεμο και την καταστροφή ή θα επιδιώξει ρήξη και αναστροφή της πορείας της Ευρώπης σε επικίνδυνα μονοπάτια.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)



























