Όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ αυτό τον ενάμιση χρόνο της δεύτερης προεδρικής θητείας Τραμπ αποτελούν αντικείμενο σοβαρής πολιτικής και συνταγματικής συζήτησης. Επισημαίνω μόνο μία διάσταση που θεωρώ ευρύτερου ενδιαφέροντος: Τη στάση του Ανώτατου Δικαστηρίου απέναντι σε ορισμένες κρίσιμες αποφάσεις του Τραμπ.
Παρά το γεγονός ότι στο Ανώτατο Δικαστήριο οι περισσότεροι δικαστές είναι συντηρητικοί, διορισμένοι από τους Ρεπουμπλικανούς και κάποιοι από τον ίδιο τον Τραμπ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, ωστόσο σε μία σειρά αποφάσεων έκρινε αντισυνταγματικά τα εκτελεστικά διατάγματα που εξέδωσε ο Τραμπ, με πιο σημαντικές τις υποθέσεις που αφορούν τους δασμούς, την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και τη χορήγηση ιθαγένειας, σε όλες με πλειοψηφία 6-3.
Η επιβολή δασμών αποτέλεσε μία κορυφαία πολιτική επιλογή του Τραμπ, με σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε τον περασμένο Φεβρουάριο ότι ήταν αναγκαίο να προηγηθεί έγκριση του Κογκρέσου. Οι δασμοί επιβλήθηκαν με βάση μία καινοφανή ερμηνεία του Διεθνούς Νόμου για τις Οικονομικές Δυνάμεις Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA). Κανένας Πρόεδρος πριν από τον Τραμπ δεν είχε χρησιμοποιήσει αυτή τη νομοθεσία για να επιβάλει δασμούς, πόσο μάλλον δασμούς αυτού του μεγέθους και εύρους, όπως αναφέρει η απόφαση του Ανωτάτου Δκαστηρίου. Για να δικαιολογήσει τις έκτακτες αρμοδιότητες στο πεδίο των δασμών, ο Τραμπ θα έπρεπε «να διαθέτη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση του Κογκρέσου», αναφέρει η απόφαση.
Αντίστοιχα, στην προχθεσινή του απόφαση για την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed), το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι o Πρόεδρος δεν έχει την αρμοδιότητα να αντικαθιστά κατά βούληση τον επικεφαλής της, όπως έκανε αντίθετα δεκτό για τις άλλες ανεξάρτητες αρχές με γνώμονα τη θεωρία του «ενιαίου εκτελεστικού» (unitary executive theory), σύμφωνα με την οποία ο Πρόεδρος πρέπει να έχει ουσιαστικό έλεγχο σε ολόκληρο τον εκτελεστικό μηχανισμό. Η εξαίρεση της Fed, που είναι αρμόδια για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής, έρχεται σε αντίφαση με την απόφαση που αφορά τις άλλες ανεξάρτητες αρχές, όμως επιδεικνύει την επίγνωση του Δικαστηρίου ότι είναι κρίσιμο να διατηρηθεί η ανεξαρτησία θεσμών με εξαιρετικά σημαντικές αρμοδιότητες εκτός της προεδρικής παρέμβαση.
Το ισχυρότερο πλήγμα πάντως για το πολιτικό πρόγραμμα του Τραμπ αποτελεί η χθεσινή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία ακύρωσε το διάταγμα που καταργούσε τη χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά που γεννιούνται σε αμερικανικό έδαφος εφόσον κανένας από τους γονείς του δεν είναι Αμερικανός πολίτης ή νόμιμος και μόνιμος των κάτοικος, στο πλαίσιο της αντιμεταναστευτικής πολιτικής του. Σύμφωνα με την 14η τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ, «όλοι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στις ΗΠΑ ή απέκτησαν την υπηκοότητα τους και υπόκεινται στην δικαιοδοσία τους είναι πολίτες των ΗΠΑ και της πολιτείας στην οποία κατοικούν». Έτσι, αν και σε άλλες αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο μετέστρεψε την πάγια νομολογία του κρίνοντας επιμέρους δημόσιες πολιτικές του Τραμπ σύμφωνες με το Σύνταγμα, το γεγονός ότι στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων στις πιο «πολιτικές» από τις αποφάσεις Τραμπ έχει μεγάλη σημασία για την ασθμαίνουσα δημοκρατία των ΗΠΑ.
Για όσους αμφισβητούν την αξία των θεσμικών αντίβαρων εν γένει ή ειδικότερα του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, οι αποφάσεις αυτές είναι μία απτή απάντηση. Χωρίς δικαιοκρατικά αντίβαρα η εκτελεστική εξουσία και η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορούν να παρακάμπτουν επιδεικτικά το Σύνταγμα, ιδίως σε εποχές όπως η σημερινή που οι αντιδράσεις της κοινωνίας πολιτών είναι υποτονικές. Η άποψη που υποστηρίζει ότι "πρέπει να πάρουμε το Σύνταγμα μακριά από τα δικαστήρια" δεν έχει στην πραγματικότητα να προτείνει μία εναλλακτική εγγύηση τήρησής του όταν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί υπολειτουργούν, τα κοινωνικά κινήματα υποχωρούν και οι πολίτες απομακρύνονται από την πολιτική δράση.
Η στάση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ θα μπορούσε να αποτελέσει «οδηγό» και για τα εγχώρια ανώτατα δικαστήρια, ώστε να επιδείξουν σθένος κρίνοντας αντισυνταγματικές εκείνες τις νομοθετικές παρεμβάσεις της παρούσας Κυβέρνησης που προκάλεσαν την έντονη αντίδραση του νομικού κόσμου, ιδίως όταν το Σύνταγμα και η πάγια νομολογία τους προσφέρουν σταθερό έδαφος για να το πράξουν.
(Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι συνταγματολόγος, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)





























