Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα, για δωρεάν μετακινήσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Πριν καν ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για το κόστος, τα οφέλη ή τα διεθνή παραδείγματα, επιστρατεύτηκαν οι γνωστές λέξεις: «λαϊκισμός», «τζάμπα», «ανευθυνότητα».
Για την κυβέρνηση φαίνεται ότι το πραγματικά αδιανόητο δεν είναι να πληρώνουν οι πολίτες ακριβά εισιτήρια για υπηρεσίες που συχνά υπολείπονται των ευρωπαϊκών προτύπων. Αδιανόητο είναι να επιστρέψει στην κοινωνία ένα μικρό μέρος από όσα πληρώνει καθημερινά σε φόρους, εισφορές και τέλη.
Τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Στο Λουξεμβούργο, οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι δωρεάν για όλους από το 2020. Δεν υπάρχουν εισοδηματικά κριτήρια, ούτε εξαιρέσεις.Στο Λουξεμβούργο πήραν αυτό το μέτρο προκειμένου να αντιμετωπίσουν το έντονο κυκλοφοριακό.
Στη Γερμανία εφαρμόστηκε το Deutschlandticket, ένα ενιαίο εισιτήριο χαμηλού κόστους για απεριόριστες μετακινήσεις σε ολόκληρο το δίκτυο δημόσιων συγκοινωνιών. Στόχος; είναι μείωση του κόστους ζωής, η ενίσχυση της κινητικότητας και ο περιορισμός της εξάρτησης από το αυτοκίνητο.
Στην Αυστρία, το KlimaTicket προσφέρει πρόσβαση σε όλα σχεδόν τα μέσα μεταφοράς της χώρας με κόστος που αντιστοιχεί σε λίγα ευρώ την ημέρα. Στην Ισπανία εφαρμόστηκαν γενναίες επιδοτήσεις και δωρεάν διαδρομές για τακτικούς χρήστες των σιδηροδρόμων. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι δημόσιες μεταφορές αντιμετωπίζονται ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής, περιβαλλοντικής στρατηγικής και οικονομικής ανακούφισης.
Στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται σαν εμπορικό προϊόν.Και εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής διαφωνίας.Η κυβέρνηση δεν απορρίπτει τη δωρεάν ή φθηνότερη μετακίνηση επειδή αποτελεί κάποια αδιανόητη ή ανεφάρμοστη ιδέα. Η Ευρώπη αποδεικνύει καθημερινά το αντίθετο. Την απορρίπτει επειδή συγκρούεται με μια συγκεκριμένη αντίληψη για το κράτος. Ότι οι πολίτες υπάρχουν πρωτίστως για να χρηματοδοτούν τον κρατικό μηχανισμό και όχι ότι το κράτος υπάρχει για να επιστρέφει υπηρεσίες και ασφάλεια στους πολίτες.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά είναι βαθιά ιδεολογικό.Σε μια χώρα όπου οι πολίτες πληρώνουν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρώπη, πανάκριβα καύσιμα, ειδικούς φόρους κατανάλωσης, ασφαλιστικές εισφορές και πλήθος άλλων επιβαρύνσεων, η ιδέα ότι μέρος αυτών των πόρων θα μπορούσε να επιστρέψει μέσω δωρεάν ή δραστικά επιδοτούμενων μετακινήσεων παρουσιάζεται περίπου ως απειλή για τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Κι όμως, κανείς δεν χαρακτηρίζει «τζάμπα» τις φοροαπαλλαγές μεγάλων επενδύσεων. Κανείς δεν μιλά για «λαϊκισμό» όταν δισεκατομμύρια κατευθύνονται σε επιδοτήσεις επιχειρηματικών σχεδίων. Ο όρος εμφανίζεται συνήθως όταν το όφελος αφορά άμεσα τον εργαζόμενο, τον φοιτητή, τον συνταξιούχο, τον καθημερινό επιβάτη. Αυτό είναι που ενοχλεί.
Η δωρεάν ή η πολύ φθηνή μετακίνηση δεν είναι ζήτημα «τζάμπα». Είναι ζήτημα αναδιανομής. Είναι η αντίληψη ότι οι φόροι δεν υπάρχουν μόνο για να εισπράττονται αλλά και για να επιστρέφουν στην κοινωνία με τρόπο χειροπιαστό και δίκαιο.
Υπάρχουν ευρωπαϊκά παραδείγματα και είναι πολλά. Το ζήτημα ότι η κυβέρνηση της ΝΔ θέλει να αντιμετωπίζει τις δημόσιες μεταφορές όχι ως κοινωνικό δικαίωμα αλλά ως ακόμη έναν λογαριασμό που πρέπει να πληρώνει ο πολίτης.
Γιατί όταν η μισή Ευρώπη επενδύει στη φθηνή και καθολική μετακίνηση, το να βαφτίζεται κάθε αντίστοιχη πρόταση «λαϊκισμός» δεν δείχνει οικονομικό ρεαλισμό, αλλά πολιτική επιλογή. Και οι πολιτικές επιλογές, όσο κι αν κρύβονται πίσω από τεχνοκρατικές δικαιολογίες, αποκαλύπτουν πάντα ποιον θεωρεί μια κυβέρνηση προτεραιότητα και ποιον θεωρεί απλώς φορολογούμενο.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)


























