Η Ελλάδα αλλάζει, μετασχηματίζεται ψηφιακά, προσελκύει επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας, μετατρέπεται σε περιφερειακό κόμβο δεδομένων και καινοτομίας. Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις είναι γεμάτες από λέξεις όπως data centers, τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακό κράτος, startups, cloud infrastructure. Πρόκειται αναμφίβολα για θετικές εξελίξεις, καθώς καμία σοβαρή χώρα δεν μπορεί να αγνοήσει την τεχνολογική
επανάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Απέχουν όμως πολύ από ένα success story που η ίδια η πραγματικότητα διαψεύδει καθημερινά στην πατρίδα μας.Το πραγματικό ζήτημα είναι αν η Ελλάδα αλλάζει παραγωγικό μοντέλο ή αν απλώς αλλάζει βιτρίνα.
Πίσω από τις εντυπωσιακές ανακοινώσεις υπάρχει μία πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η χώρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει χαμηλή παραγωγικότητα, υψηλό εμπορικό έλλειμμα, εξάρτηση από εισαγωγές, χαμηλές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη και μία συνεχιζόμενη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου στο εξωτερικό. Χιλιάδες νέο επιστήμονες εξακολουθούν να αναζητούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αμοιβής εκτός Ελλάδας, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για κάθε νέα τεχνολογική εγκατάσταση που εγκαινιάζεται.
Η αλήθεια είναι ότι ένα data center δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με παραγωγική ανασυγκρότηση. Μπορεί να αποτελέσει σημαντική επένδυση υποδομής, μπορεί να βελτιώσει τη συνδεσιμότητα της χώρας και να ενισχύσει τη θέση της στον ψηφιακό χάρτη. Δεν αρκεί όμως από μόνο του για να δημιουργήσει ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα, ούτε για να αυξήσει τους μισθούς.
Αυτό είναι το παράδοξο της εποχής μας. Από τη μία πλευρά διαφημίζουμε την έλευση της τεχνολογίας του μέλλοντος, από την άλλη πλευρά χιλιάδες νέοι άνθρωποι εργάζονται σε συνθήκες επισφάλειας, συχνά με χαμηλές αμοιβές και περιορισμένες δυνατότητες εξέλιξης. Η Ελλάδα μοιάζει να ζει ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικούς χρόνους. Στον χρόνο των αλγορίθμων και της τεχνητής νοημοσύνης και στον χρόνο της ανασφάλειας, των χαμηλών μισθών και της αδυναμίας σχεδιασμού ζωής.
Η συζήτηση επομένως δεν είναι τεχνοφοβική, το αντίθετο. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη καινοτομία και περισσότερη ψηφιακή πρόοδο. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι όμως να συνδεθεί η τεχνολογία με την παραγωγή, την εκπαίδευση, την έρευνα και την κοινωνική κινητικότητα.
Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης πενταετίας είναι να μετατραπεί η Ελλάδα από τόπο εγκατάστασης υποδομών σε τόπο παραγωγής αξίας. Να μη φιλοξενεί απλώς την τεχνολογία άλλων, αλλά να δημιουργεί τη δική της τεχνολογία, να μη λειτουργεί μόνο ως κόμβος δεδομένων αλλά ως κόμβος γνώσης, να μη στηρίζεται αποκλειστικά στον τουρισμό, στην κατανάλωση και στο real estate, αλλά σε μια οικονομία που παράγει, εξάγει και καινοτομεί.
Αυτό απαιτεί πολιτικές επιλογές, επενδύσεις στην παιδεία και την έρευνα. Ένα διαφορετικό φορολογικό και χρηματοδοτικό περιβάλλον για τις παραγωγικές επιχειρήσεις, μα πάνω απ’ όλα εμπιστοσύνη στους ανθρώπους της χώρας. Η μεγαλύτερη αναξιοποίητη επένδυση της Ελλάδας βρίσκεται στους νέους ανθρώπους της. Στους επιστήμονες, στους ερευνητές, στους εκπαιδευτικούς, στους εργαζόμενους, στους δημιουργούς που εξακολουθούν να επιμένουν ότι αυτή η χώρα μπορεί να γίνει καλύτερη.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από μια ψηφιακή βιτρίνα που θα εντυπωσιάζει διεθνώς, αλλά από μια ψηφιακή στρατηγική που θα αλλάζει πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων. Μία στρατηγική που θα δημιουργεί καλές δουλειές, θα αυξάνει τα εισοδήματα, θα συγκρατεί το επιστημονικό δυναμικό και θα παράγει κοινωνική κινητικότητα. Το δίλημμα λοιπόν δεν
είναι τεχνολογία ή παράδοση, ούτε καινοτομία ή κοινωνική προστασία. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν η ψηφιακή μετάβαση θα αποτελέσει εργαλείο εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης ή αν θα περιοριστεί σε μια ακόμη επικοινωνιακή αφήγηση.
Στη μεγάλη εικόνα συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, στασιμότητα ή πρόοδος, διαφθορά ή εντιμότητα; Ήρθε η ώρα της αλλαγής πολιτικής για την πολιτική αλλαγή.
(Ο Μίλτος Τόσκας είναι Φαρμακοποιός, Μέλος της πανελλήνιας ένωσης κριτικών κινηματογράφου, Δημοσιογράφος, Κριτικός βιβλίων)



























