Ας συμφωνήσουμε σε κάτι βασικό. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνικό και όχι ως πολιτικό ζήτημα. Ως τέτοιο αυτονόητα συνδέεται με διαφορετικές αναγνώσεις, ανάλογα με την πολιτική, αξιακή και ταξική τοποθέτηση του υποκειμένου, συλλογικού ή ατομικού.
Η Κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι αντιλαμβάνεται τον τομέα της ψηφιακής πολιτικής ως προνομιακό τομέα για την ίδια και είναι βέβαιο ότι σε επίπεδο gov.gr και ψηφιοποίησης του κράτους οι πολίτες αντιλήφθηκαν αλλαγές κατά την περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ. Ωστόσο, το opengov, όπως και η Διαύγεια υπάρχουν από το 2009-2010. Το θεσμικό και τεχνικό υπόβαθρο (π.χ., Διαύγεια, taxisnet, ΕΡΜΗΣ, νομοθεσία ηλεκτρονικής διακυβέρνησης) χτίστηκε την περίοδο 2009-2011 και το gov.gr ήρθε και ενοποίησε υπάρχουσες υπηρεσίες το 2020, προσθέτοντας ορισμένες λειτουργίες. Τα παραπάνω θεμελιώθηκαν επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου με κόστη εντυπωσιακά μικρότερα από αυτά που μας έχει συνηθίσει η ΝΔ για σχετικά παραδοτέα.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε πρόσφατα ότι το κράτος μέσω της ψηφιοποίησης σέβεται το χρόνο του πολίτη. Στην πραγματικότητα όλοι μας έχουμε καφκικού χαρακτήρα εμπειρίες μεταφοράς της γραφειοκρατίας στον ψηφιακό χώρο ή στα τηλέφωνα σε άπειρες ώρες αναμονής, εκνευρισμού, μπερδέματος, συχνά και χωρίς αποτέλεσμα. Δεν λέμε ότι η κατάσταση δεν βελτιώθηκε, λέμε ότι πολλά χρήματα ξοδεύτηκαν και το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα έπρεπε. Η κυβέρνηση μας λέει ‘να χαίρεστε που είχατε και αποτέλεσμα’. Υποστηρίζει ότι αξιοποιεί τα ψηφιακά εργαλεία για την πάταξη της διαφθοράς. Εκ του αποτελέσματος δεν τα κατάφεραν και πολύ καλά. Το ένα σκάνδαλο ‘σκάει’ μετά το άλλο και κυβερνητικά στελέχη είναι υπόλογα στη δικαιοσύνη για ζητήματα διαφθοράς.
Τα ψηφιακά συστήματα του Δημοσίου δεν είναι ουδέτερες υποδομές. Ορίζουν δικαιώματα, πρόσβαση, εξυπηρέτηση, δεδομένα, σχέσεις εξουσίας. Όποιος ελέγχει την τεχνολογική υποδομή, επηρεάζει και τον τρόπο λειτουργίας του κράτους. Και για να περάσουμε στην ουσία του θέματος. Όταν μία τεχνολογία είναι ώριμη αργά ή γρήγορα θα εφαρμοστεί. Ας σκεφτούμε την επανάσταση του ατμού, μέσα σε ένα χρονικό διάστημα όλες οι ευρωπαϊκές χώρες απέκτησαν τρένα. Μία διάσταση συνδέεται με την ταχύτητα εφαρμογής, σύμφωνοι. Μία δεύτερη όμως έχει να κάνει με το πόσο ακριβή είναι αυτή η τεχνολογία, αν την πληρώνεις πολύ ακριβότερα από όσο θα μπορούσες, σε ποιον δίνεις αυτά τα χρήματα και με ποιες διαδικασίες και κυρίως τι αφήνεις στο κράτος ως υποδομή; Όλα τα παραπάνω έχουν δημιουργηθεί με δημόσιο χρήμα, δεν είναι δυνατόν τα ψηφιακά κλειδιά και ο έλεγχος -πχ για την αναβάθμιση των συστημάτων ή τη μεταφορά τους- να αποδίδονται σε ιδιώτες. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους ψηφιακό κράτος χτίζουμε: ένα κράτος που αποκτά γνώση, ικανότητα και έλεγχο ή ένα κράτος που μετατρέπει διαρκώς βασικές λειτουργίες του σε υπηρεσίες που αγοράζει απ’ έξω; Μένει γνώση στο Δημόσιο; Μένει τεχνογνωσία; Μένουν υποδομές που μπορεί να ελέγχει και να εξελίσσει; Μένουν δικαιώματα, ανοιχτά πρότυπα, δυνατότητα διαλειτουργικότητας και αλλαγής προμηθευτή; Μένει, τελικά, δημόσια αξία στη χώρα; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν μιλάμε για ψηφιακά κυρίαρχο κράτος. Πρόκειται για ένα κλάσμα: τι ξόδεψες/τι έφερες. Και η κυβέρνηση της ΝΔ ξόδεψε πάρα πολλά, εγκλώβισε το κράτος και ναι, έφερε κάτι.
Η ψηφιακή κυριαρχία συνδέεται με μια συγκεκριμένη αρχή την οποία στηρίζουν εκατοντάδες οργανισμοί και δημόσιοι φορείς σε όλη την Ευρώπη: «Δημόσιο χρήμα, δημόσιος κώδικας». Ό,τι αναπτύσσεται με χρήματα του φορολογούμενου παραδίδεται στο κράτος με πλήρη δικαιώματα χρήσης, ελέγχου και τροποποίησης, και δημοσιεύεται υπό ανοιχτή άδεια. Προς αυτή την κατεύθυνση νομοθετεί η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του Data Act και της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ανοιχτού Κώδικα. Δηλαδή, διαλειτουργικότητα, ανοιχτά πρότυπα και προστασία από τον τεχνολογικό εγκλωβισμό. Σε αυτό το πλαίσιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τον Ιανουάριο ψήφισμα σχετικά με την τεχνολογική κυριαρχία, το οποίο για πρώτη φορά υποστηρίζει τη χρήση κριτηρίων δημοσίων προμηθειών, προκειμένου να ευνοηθούν τα ευρωπαϊκά τεχνολογικά προϊόντα όπου είναι δυνατόν. Επιπλέον, προτείνει νέα νομοθεσία για την προώθηση των Ευρωπαίων παρόχων cloud. Κομισιόν και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δηλώνουν ότι προτεραιοποιούν την ενίσχυση των ευρωπαϊκών εταιρειών λογισμικού για τις μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες. Η Γαλλία δρομολογεί τη μετακίνηση 2,5 εκατομμυρίων δημοσιών υπαλλήλων σε εφαρμογές ανοιχτού κώδικα. Το γερμανικό κρατίδιο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν πέρασε το 80% των υπηρεσιών του σε LibreOffice και αποφάσισε μετάβαση σε ελεύθερο και ανοιχτό λογισμικό. Η Εσθονία, με ανοιχτές διαλειτουργικές υποδομές, εξοικονομεί περίπου 2% του ΑΕΠ της ετησίως. Αυτό είναι το ‘αύριο’ που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, για λόγους και γεωπολιτικούς.
Η κυβέρνηση επιλέγει να μείνει πίσω αγνοώντας τις κατεπείγουσες ευρωπαϊκές οδηγίες για ψηφιακή κυριαρχία της ΕΕ και των μελών της. Στο παρελθόν, οι αποφάσεις σχετικά με τον ψηφιακό τομέα στην Ευρώπη είχαν ως κριτήρια την ταχύτητα, την ευκολία και τη βραχυπρόθεσμη εξοικονόμηση κόστους. Αυτό οδηγούσε σε λύσεις προερχόμενες από τους αμερικάνικους τεχνολογικούς κολοσσούς. Αυτή η προσέγγιση λειτουργούσε υπό διαφορετικές γεωπολιτικές συνθήκες και όταν ακόμα τα ψηφιακά συστήματα υποστήριζαν τις επιχειρήσεις. Σήμερα, τα ψηφιακά συστήματα συγκροτούν σε μεγάλο βαθμό την ίδια την επιχείρηση. Το τοπίο έχει αλλάξει ραγδαία και με συνθήκες κατεπείγοντος.
Data Centers: Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις
Η αντίληψη που ταυτίζει την τεχνολογική πρόοδο με περισσότερες πλατφόρμες, περισσότερες συμβάσεις και περισσότερες αναθέσεις σε μεγάλους παρόχους ανήκει σε μια προηγούμενη εποχή: τότε που το ζητούμενο ήταν απλώς να μπει ένας υπολογιστής σε κάθε υπηρεσία, να ψηφιοποιηθεί ένα έντυπο, να φύγει ο πολίτης από την ουρά. Σήμερα αυτό δεν αρκεί.
Ας δούμε την περίπτωση των data centers που συνδέεται με τεράστιες επενδύσεις οι οποίες επαναδιαμορφώνουν όχι μόνο τη θέση της χώρας στον ψηφιακό χάρτη, αλλά και σε απολύτως υλικό επίπεδο, επανακατανέμουν την διαθέσιμη ενέργεια για το σύνολο της οικονομίας και τα νοικοκυριά, τις δυνατότητες των δικτύων, τα αποθέματα νερού και τη χρήση της γης. Όλοι οι παραπάνω πόροι είναι πεπερασμένοι, άρα αναγκαστικά θα πρέπει να προτεραιοποιήσουμε κάποιες ανάγκες, έναντι άλλων στη βάση σοβαρού εθνικού σχεδιασμού. Και αυτό συνιστά μία απολύτως πολιτική ανάγνωση. Πεπερασμένα αγαθά μέγιστης σημασίας που μας ανήκουν από κοινού και διατίθενται στην παραγωγική διαδικασία πρέπει να ακολουθούν ως γνώμονα την αειφορία και την κάλυψη των εθνικών αναγκών. Σε αυτό το σημείο καλό είναι να σημειώσουμε ότι οι επενδύσεις σε data centers δεν ανήκουν στην κατηγορία επενδύσεων που συνδέονται με αξιόλογο αριθμό νέων θέσεων εργασίας.
Για να έχουμε μία συνολικότερη εικόνα, σε χώρες που εδώ και χρόνια φιλοξενούν μεγάλο αριθμό data centers και πλέον υφίστανται τις συνέπειες, οι αντιδράσεις και τα κινήματα πολιτών οδήγησαν σε πάγωμα των επενδύσεων και μπλοκάρισμα της λειτουργίας τους, έχοντας ως αίτημα την εφαρμογή κανονισμών προστασίας. Στις ΗΠΑ καταγράφεται πλήθος τέτοιων περιπτώσεων. Στον ευρωπαϊκό χώρο χαρακτηριστικότερα είναι παραδείγματα σε Ιρλανδία και Ολλανδία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει έρευνα του Harvard (Harvard Electricity Law Initiative, Μάρτιος 2025), οι οποία περιέλαβε πενήντα ρυθμιστικές διαδικασίες μεταξύ εθνικών αρχών και data centers. Τα ευρήματα έδειξαν πως τα τελευταία εξασφαλίζουν συμφωνίες για μειωμένο κόστος ενέργειας και ταυτόχρονα απαιτούν τη δημιουργία νέων υποδομών παραγωγής ενέργειας ώστε να εξυπηρετούν τη λειτουργία τους. Σύμφωνα με τα συμπεράσματά τους, αυτό σημαίνει πως πιθανόν οι καταναλωτές θα κληθούν να πληρώσουν το κόστος. Σημειώνεται δε ότι οι περισσότερες ενεργειακές συμφωνίες ανάμεσα στις εταιρείες τεχνολογίας και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας εγκρίθηκαν με επιφανειακές αναλύσεις και με ελάχιστα ή καθόλου δημόσια αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι τα κόστη των data center δεν θα μεταφραστούν σε αυξημένους λογαριασμούς ρεύματος για τα νοικοκυριά. Η έρευνα του Harvard τοποθετείται με σαφήνεια, λέγοντας πως χρειάζεται μεγαλύτερη επιτήρηση των συμφωνιών αυτών, ώστε να προστατεύονται οι καταναλωτές από οποιαδήποτε καιροσκοπική ή κερδοσκοπική προσπάθεια. Ένα μήνα μετά ακολούθησε κείμενο εργασίας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με τίτλο «Power Hungry: How AI Will Drive Energy Demand» (22/4/25), το οποίο τονίζει ότι η ανάπτυξη μεγάλων γλωσσικών μοντέλων, όπως το ChatGPT, σε όλο τον κόσμο θα συνοδευτεί από την επέκταση των κέντρων δεδομένων που καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Επισημαίνει ότι αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους ενέργειας τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις, όπως και την αύξηση των ρύπων. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και σχετική έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας το 2023 με τίτλο ‘Green Data Center: Practitioners Guide’.
Η Ελλάδα άργησε να μπει στον χώρο των data centers, αλλά σήμερα αυτό συμβαίνει με πολύ μεγάλες ταχύτητες για πλήθος λόγων, μεταξύ αυτών και γεωστρατηγικών. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, παίζει το ρόλο της εναλλακτικής διαδρομής για την Ανατολική Ευρώπη, ενώ αποτελεί τη συντομότερη διαδρομή για τη διασύνδεση με τις αγορές της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Αφρικής. Η ένταξή της στο παγκόσμιο δίκτυο ενισχύεται περαιτέρω με την άφιξη πολλών υποθαλάσσιων καλωδίων, όπως το σύστημα καλωδίων AAE-1, που τη συνδέει με αυτές τις βασικές αγορές. Εκτός από τη γεωγραφική θέση της χώρας, τις εν λόγω επενδύσεις προσελκύει η διαθεσιμότητα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς τα κέντρα δεδομένων είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρα. Διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι σε ορίζοντα πενταετίας θα επενδυθούν στην Ελλάδα περί τα 1,2 δις ευρώ για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων, με τις επενδύσεις στο συγκεκριμένο τομέα να αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 8,8% έως και το 2028. Αναμένεται ότι η συνολική χωρητικότητα της ελληνικής αγοράς θα υπερδιπλασιαστεί μέχρι το 2030. Προφανώς όλα τα παραπάνω συνιστούν μία ευκαιρία την οποία το πολιτικό προσωπικό της χώρας πρέπει να ξέρει πως να αξιοποιήσει. Να εφαρμόζει εθνική στρατηγική προστασίας του δημόσιου οφέλους και κάλυψης των αναγκών της χώρας. Κάτι διαφορετικό από το να περιορίζεται στη διευκόλυνση της επενδυτικής στρατηγικής των μεγάλων ομίλων.
Στην Ελλάδα υπάρχουν πεδία όπου η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συνδεθεί με πραγματικές κοινωνικές ανάγκες: πρόληψη φυσικών καταστροφών, καλύτερη λειτουργία νοσοκομείων, εξατομικευμένη στήριξη στην εκπαίδευση, προστασία περιβάλλοντος, εξυπηρέτηση πολιτών, επιτάχυνση δικαιοσύνης, ενίσχυση μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Τεχνητή νοημοσύνη χωρίς data centers δεν υπάρχει και οι επενδύσεις σε αυτά μπορούν να είναι επωφελείς και στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, αλλά υπό όρους που η παρούσα κυβέρνηση αγνοεί αντιλαμβανόμενη το κράτος ως πελάτη ξένων συμφερόντων. Μια επένδυση δεν γίνεται στρατηγική για τη χώρα μόνο επειδή εγκαθίσταται στην επικράτειά της. Γίνεται στρατηγική όταν αφήνει πίσω της στρατηγικό όφελος. Όταν προτεραιοποιεί τις εθνικές και τις ευρωπαϊκές ανάγκες και ό,τι απομένει το προσφέρει στους μεγάλους επενδυτές υπό όρους και με ρήτρες εθνικής ωφέλειας. Όχι γενικές δεσμεύσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, αλλά συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Όταν η χώρα εκτός από τους υλικούς πόρους δίνει και αδειοδοτήσεις, θεσμικές διευκολύνσεις και δημόσια κίνητρα, οφείλει να ξέρει τι ακριβώς εξασφαλίζει. Η χώρα δεν έχει λόγο να πει όχι σε μεγάλες τεχνολογικές επενδύσεις. Έχει όμως κάθε λόγο να απαιτήσει να υπηρετούν και τη δική της ανάπτυξη. Ας μάθουμε από τα λάθη των άλλων, ας επεξεργαστούμε μία σοβαρή εθνική στρατηγική για ένα τόσο σοβαρό θέμα που δεν θα λειτουργεί με παραδοχές παρωχημένες.
Αυτό προσπάθησε να κάνει το ΙΝΑΤ και συγκεκριμένα η Ομάδας Ψηφιακής Πολιτικής, Τεχνητής Νοημοσύνης και Καινοτομίας, όταν με διεπιστημονική προσέγγιση και την εργασία αθροίσματος ειδικών στον τομέα κατέθεσε τη μελέτη με τίτλο ‘Από την Ψηφιακή αποικία στην στρατηγική αυτονομία: Εθνικό πλαίσιο για τα data centers’. Συγκεκριμένα η μελέτη τεκμηριώνει ότι για κάθε μεγάλη επένδυση σε data centers πρέπει να προβλέπονται οι παρακάτω πέντε πυλώνες.
- Υλοποίηση ενός Εθνικού Σχεδίου Υπολογιστικής Ισχύος. Ένα οργανωμένο κρατικό σχέδιο που θα απαντά σε τρία απλά ερωτήματα: πόσα data centers αντέχει και χρειάζεται πραγματικά η χώρα, σε ποιες περιοχές μπορούν να εγκατασταθούν χωρίς να πιέζουν υπερβολικά το ρεύμα, το νερό και τη γη, και πώς συνδέονται με τη συνολική αναπτυξιακή και βιομηχανική στρατηγική της Ελλάδας.
- Ρήτρες Εθνικής Ωφέλειας. Όποιος επενδύει σε ένα μεγάλο data center δεν θα μπορεί απλώς να χρησιμοποιεί ελληνικό ρεύμα, δίκτυα, γη και φυσικούς πόρους χωρίς συγκεκριμένο αντάλλαγμα για τη χώρα. Προτείνεται Εθνικό Αποθεματικό Υπολογιστικής Ισχύος: το 10%-15% της υπολογιστικής δυνατότητας κάθε κέντρου να δεσμεύεται για πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, δημόσιες υπηρεσίες και νεοφυείς επιχειρήσεις. Στόχος είναι μέρος αυτής της τεράστιας ψηφιακής ισχύος να μένει διαθέσιμο και για ελληνικές ανάγκες, ώστε να μη δουλεύουν όλες οι υποδομές αποκλειστικά για ξένους τεχνολογικούς κολοσσούς. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η αρχή της προσθετικότητας στις ΑΠΕ, δηλαδή οι νέες ενεργειακές ανάγκες των data centers να μην καλύπτονται αφαιρώντας καθαρή ενέργεια από την υπόλοιπη οικονομία, αλλά με αποτελεσματικότερη παραγωγή ΑΠΕ και αποθήκευση.
- Ρήτρες Ψηφιακής Κυριαρχίας. Δεν αρκεί να έχουμε τις εγκαταστάσεις στο έδαφός μας, αν στην πράξη δεν ελέγχουμε τίποτα από όσα συμβαίνουν σε αυτές. Η μελέτη επικεντρώνει στη φορητότητα δεδομένων, υποστηρίζοντας ότι τα δεδομένα και οι ψηφιακές υπηρεσίες δεν πρέπει να εγκλωβίζονται σε ένα κλειστό οικοσύστημα από το οποίο δεν θα μπορεί να απεμπλακεί η χώρα χωρίς τεράστιο κόστος. Η ευρωπαϊκή δικαιοδοσία κρίσιμων δεδομένων αναφέρεται στα ευαίσθητα δεδομένα του Δημοσίου, κρίσιμων υποδομών ή στρατηγικών τομέων τα οποία δεν νοείται να εξαρτώνται από νομικά καθεστώτα τρίτων χωρών. Ένα σχέδιο γεωπολιτικής ανθεκτικότητας προβλέπει την προετοιμασία της χώρας για περιπτώσεις διεθνών εντάσεων, κυρώσεων, διακοπών υπηρεσιών ή άλλων μορφών εξάρτησης που μπορεί να πλήξουν την ψηφιακή της λειτουργία.
- Ρήτρες Ενεργειακής Ευελιξίας για πολύ μεγάλες εγκαταστάσεις, άνω των 50 MW. Ένα τόσο μεγάλο data center δεν μπορεί να λειτουργεί σαν να είναι αόρατο για το ενεργειακό σύστημα. Η μελέτη προτείνει να αντιμετωπίζονται αυτές οι μονάδες ως ελεγχόμενα φορτία, δηλαδή να μπορούν, όταν το χρειάζεται το σύστημα, να μειώνουν γρήγορα μέρος της κατανάλωσής τους, να διαθέτουν πιστοποιημένα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης, τηλεμετρία, αποθήκευση και συμμετοχή σε μηχανισμούς απόκρισης ζήτησης. Με απλά λόγια, τα data centers δεν πρέπει να είναι μόνο μεγάλοι καταναλωτές ρεύματος, αλλά και μέρος της λύσης για τη σταθερότητα του δικτύου.
Τέλος, η μελέτη προτείνει τη δημιουργία Εθνικού Παρατηρητηρίου Πόρων και Υπολογιστικής Ισχύος. Αυτό σημαίνει έναν μόνιμο δημόσιο μηχανισμό που θα παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο πόσο ρεύμα καταναλώνουν τα data centers, τι πίεση ασκούν σε νερό και υποδομές, ποια υπολογιστική ισχύς είναι διαθέσιμη και αν τηρούνται οι υποχρεώσεις τους. Ο στόχος είναι η διαφάνεια και η λογοδοσία: να μην αποφασίζονται όλα πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά να υπάρχει σαφής εικόνα για το πραγματικό κόστος και το πραγματικό όφελος αυτών των επενδύσεων, μαζί με αυτοματοποιημένους μηχανισμούς συμμόρφωσης όταν οι κανόνες παραβιάζονται. Αυτή δεν είναι αντιεπενδυτική στάση, είναι σοβαρή αναπτυξιακή πολιτική. Η μελέτη του ΙΝΑΤ απαντά σε ερωτήματα που μας αφορούν πραγματικά, όπως το ποιος φέρει το βάρος της κατασκευής και της συντήρησης αυτών των υποδομών έναντι του ποιος και πόσα κερδίζει και επιτρέπει να φανταστούμε εναλλακτικά μοντέλα τεχνολογικών υποδομών τα οποία ήδη προτείνει και υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
(Η Δώρα Κοτσακά είναι ερευνήτρια και μέλος της Ομάδας Ψηφιακής Πολιτικής, Τεχνητής Νοημοσύνης και Καινοτομίας του ΙΝΑΤ. Σε αυτό το άρθρο περιελήφθησαν ορισμένα σημεία όπως προκύπτουν από το άθροισμα των επεξεργασιών της ομάδας στην οποία συμμετέχουν οι Β. Κανούλας, Σ. Κασάπης, Β. Κωστάκης, Α. Μαγκλάρας, Γ. Πάντζιου. Κάθε αστοχία βαρύνει την γράφουσα. Περισσότερα σχετικά με τις επεξεργασίες του ΙΝΑΤ στο in-at.gr.)

























