Ναι· και μάλιστα διπλό. Το διπλό αυτό λάθος αφορά το διαχρονικό δίκαιο, δηλ. τη διαδοχή των νόμων και την επιλογή του σωστού προς εφαρμογή, σε μια συγκεκριμένη υπόθεση. Ας το εξηγήσουμε:
Ι. Μέχρι το 2019 ο Ποιν. Κώδικας (ΠΚ) δεν προέβλεπε ειδικούς όρους για την υφ’ όρον απόλυση των «πολυϊσοβιτών». Έτσι τα δικαστήρια, ερμηνεύοντας συνδυαστικά τις «γειτονικές» διατάξεις, είχαν καταλήξει ότι απαιτούνταν 19 χρόνια «σκαστά». Ο νέος ΠΚ όρισε ότι οι πολυϊσοβίτες πρέπει να εκτίουν 25 χρόνια· επιβάρυνε δηλ. τους καταδικασμένους πολυϊσοβίτες κατά 6 χρόνια. Όμως τα δικαστικά συμβούλια όλα αυτά τα χρόνια έλεγαν το λογικό: ο νέος νόμος (ΠΚ), ως δυσμενέστερος, δεν εφαρμόζεται σε «παλαιούς» κρατουμένους. Την πάγια αυτή νομολογία ανέτρεψε, μόλις, ο Άρειος Πάγος μ’ ένα διάτρητο επιχείρημα:
Όχι, λέει, η προηγούμενη κατάσταση, δηλ. τα 19 χρόνια, δεν προέκυπτε από το νόμο αλλά από τη νομολογία και γι’ αυτό δεν τίθεται θέμα ευμενέστερου ή δυσμενέστερου νόμου, καθώς αυτή η σύγκριση αφορά μόνο νόμους. Μ’ άλλα λόγια, μας «αποκαλύπτει» τώρα ο Άρειος Πάγος, ότι τα δικαστήρια δεν ερμήνευαν απλώς τους νόμους, αλλά τους δημιουργούσαν! Η θέση αυτή είναι συνταγματικά αδιανόητη, καθώς όπως ξέρουμε η Δικαιοσύνη δεν νομοθετεί αλλά εφαρμόζει τη νομοθεσία. Σωστό, αντίθετα, είναι ότι τα δικαστήρια, έως τώρα, ερμήνευαν και εφήρμοζαν το νόμο, έτσι όπως ίσχυε μέχρι το 2019. Αυτός ο νόμος ήταν επιεικέστερος για τους πολυϊσοβίτες, έναντι του νέου ΠΚ και έπρεπε να εφαρμοστεί σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 νέου ΠΚ.
ΙΙ. Το βούλευμα υπ’ αριθμ. 749/2026 του Αρείου Πάγου θεωρεί ότι δεν αιτιολογείται η ηθική μεταστροφή του κρατουμένου και γι’ αυτό δεν καλύπτονται οι όροι του νόμου. Όμως, κατά το άρθρο 106 παρ. 1 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν το 2019), το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω ως επιεικέστερη διάταξη, «η απόλυση χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων». Απ’ αυτή τη διάταξη προκύπτουν δύο πράγματα:
α. Η απόλυση του κρατουμένου, μόλις συμπληρώνει τον αναγκαίο χρόνο, είναι ο κανόνας· η παραμονή στη φυλακή είναι η εξαίρεση. Αυτό που πρέπει να αιτιολογείται ειδικά είναι η απόρριψη του αιτήματος αποφυλάκισης (όχι το αντίθετο) και μάλιστα αποκλειστικά στην βάση των ορισμών του νόμου, δηλ. στην πρόγνωση υποτροπής.
β. Πουθενά ο νόμος δεν απαιτούσε, ως ουσιαστική προϋπόθεση για την υφ’ όρον απόλυση την μεταμέλεια του κρατουμένου. Άλλωστε, ο Σωφρονιστικός Κώδικας (1999) μένει ουδέτερος ως προς το σκοπό έκτισης της ποινής. Το ποινικό δίκαιο, στο σύνολό του, δεν στοχεύει στο φρόνημα του κρατουμένου (του κάθε κρατουμένου), δεν τον ψυχαναλύει αλλά ενδιαφέρεται για την συμπεριφορά του. Επιπλέον ο νόμος δεν ζητά από τον κρατούμενο την αποδοχή της ενοχής του. Αυτό, άλλωστε, θα τον έθετε σ’ ένα εκβιαστικό δίλημμα, αν στη δίκη δεν είχε αποδεχτεί την ενοχή του. Η έννομη τάξη δεν θέτει τέτοια εκβιαστικά διλήμματα σε κανένα, ούτε στους κρατουμένους. Άλλωστε μια «δήλωση μεταμέλειας» δεν θα αποδείκνυε ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία επικινδυνότητας.
ΙΙΙ. Συνοψίζοντας: Το αρεοπαγιτικό «βούλευμα-Γιωτόπουλου» πάσχει και στους δύο αναιρετικούς λόγους που επικαλείται (παράβαση νόμου, αιτιολογία), καθώς παραβλέπει σημαντικές πλευρές διαχρονικού ποινικού δικαίου. Μεγάλοι νομικοί (ενδ. Γ.-Α.Μαγκάκης, Ι.Μανωλεδάκης) μας δίδαξαν πόσο σημαντικό είναι να μένουμε πιστοί στις αρχές του ποινικού δικαίου. Μάλιστα, για το Ανώτατο Δικαστήριο η πίστη σ’ αυτές τις αρχές και η πιστή εφαρμογή του νόμου είναι το θεμέλιο της ύπαρξής του. Αυτή την προσδοκία μας, τουλάχιστον στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος δεν την επαλήθευσε.
Ευτύχης Φυτράκης, Διδάκτωρ Νομικής, Δικηγόρος


























