Η διαγραφή του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου σε μια περίοδο προσυνεδριακού διαλόγου και έντονων πολιτικών προκλήσεων, σε μια δύσκολη συγκυρία τόσο για τη χώρα όσο και για το διεθνές περιβάλλον, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την πολιτική ωριμότητα αλλά και τη στρατηγική φιλοδοξία, ενίσχυσης της Δημοκρατικής Παράταξης.
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Οι ευρωπαϊκές, εθνικές και διεθνείς εξελίξεις δημιουργούν έντονη πίεση στο πολιτικό σύστημα. Αναδεικνύονται οι λόγοι να αναπτυχθεί ένας ουσιαστικός διάλογος για τις πολιτικές και ιδεολογικές κατευθύνσεις της Παράταξης αλλά και της αναγκαιότητας συγκρότησης εκείνων των δυνάμεων που θα οδηγήσουν το κόμμα, σε μια ενιαία και ισχυρή παρουσία στις επόμενες κρίσιμες εθνικές εκλογές.
Σε μια τέτοια περίοδο, το πολιτικό ζητούμενο θα έπρεπε συνεπώς να είναι η ουσιαστική συνεννόηση, για το κατά πόσο το επικείμενο Συνέδριο και ο χρόνος σύγκλισης του, μπορούν να αποτελέσουν ένα πραγματικό πολιτικό γεγονός με δημοσιότητα, απήχηση και προσβασιμότητα προς την κοινωνία και τους πολίτες.
Αντί όμως να ανοίγει αυτός ο διάλογος, παρατηρείται ότι η αποσυμφόρηση των κλειστών και πρωτοφανών προσυνεδριακών διαδικασιών, να επιχειρείται μέσα από τη μέθοδο, των διευρύνσεων του κόμματος.
Η διεύρυνση ενός κόμματος και ιδιαίτερα της Δημοκρατικής Παράταξης δεν είναι τεχνικό ή οργανωτικό ζήτημα. Οι προσωποπαγείς διευρύνσεις δεν αποτελούν πολιτικό, κοινωνικό και παραταξιακό διαβατήριο για μια σοβαρή εκλογική αναμέτρηση.
Είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή που αφορά την ταυτότητα, τη στρατηγική και την κοινωνική του αναφορά. Για τις προοδευτικές δυνάμεις, το ερώτημα δεν είναι απλώς πόσο θα «ανοίξουν», αλλά προς ποια κατεύθυνση και με ποιο αξιακό πρόσημο. Η προοδευτική πολιτική δεν οικοδομείται με αθροιστικές «μεταγραφές», και μάλιστα πριν το Συνέδριο. Η διεύρυνση δεν μπορεί να είναι κίνηση πολιτικής αμηχανίας και απόγνωσης, ούτε να ανταλλάσσεται η συμμετοχή, με τη σιωπή ή την υπακοή.
Η διεύρυνση γίνεται βάσει αξιών και πολιτικού οδικού χάρτη που αποφασίζεται από το Σύνεδριο αλλά με κοινωνικές συμμαχίες που έχουν βάθος, πολιτικό περιεχόμενο και διάρκεια.
Επιπλέον, να υπενθυμιστεί σε ορισμένους, ότι η έννοια της διεύρυνσης έχει διαφορετικό περιεχόμενο όταν ένα κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση και διαφορετικό όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση.
Παράλληλα, η αποτελεσματικότητα της εκλογικής αναμέτρησης του κάθε κόμματος κρίνεται από την δυναμική του, το κοινωνικό του εκτόπισμα, από την εσωτερική συσπείρωση του βάσει των δημοκρατικών λειτουργιών και των ενιαίων και συλλογικών αποφάσεων. Ο τελικός καταμερισμός ευθυνών είναι συλλογικός μόνο όταν συνυπάρχουν και οι τρεις παράγοντες που λειτουργούν πολλαπλασιαστικά.
Όταν αυτές οι δυνατότητες δεν διασφαλίζονται, ενισχύεται η εικόνα των κλειστών κέντρων αποφάσεων που δεν βοηθούν τη δημοκρατική λειτουργία του κόμματος. Απλά, προσφέρουν επιχειρήματα στους πολιτικούς αντιπάλους, οι οποίοι εύκολα καλλιεργούν την εντύπωση ότι επικρατούν αρχηγίστικες λογικές και πρακτικές, αντί συλλογικών διαδικασιών με προοπτική κυβερνησιμότητας.
Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ιστορικά ένα κόμμα διαλόγου, συμμετοχής και σύνθεσης ιδεών. Η επόμενη ημέρα για το Κίνημα δεν μπορεί να οικοδομηθεί μέσα από αποκλεισμούς και περιορισμούς του πολιτικού λόγου. Εάν αυτά δεν μπορεί να διασφαλιστούν, τότε υπάρχει δομικό πρόβλημα και φέρουν ιστορική ευθύνη εκείνοι που το οδηγούν μακριά από την ιστορική αφετηρία λειτουργίας του.
Η πολιτική μας παράδοση δεν συμβιβάζεται με φοβικότητα, με μικροεξουσιαστικές πρακτικές, λογικές εσωκομματικού ελέγχου πρακτικών, λίστες ανεπιθύμητων! Η ενότητα δεν επιβάλλεται με διαγραφές.
Θα ήθελα, έχοντας βιώσει την εμπειρία του αποκλεισμού μου από τη Δημοκρατική Παράταξη η οποία λήγει, βάσει της απόφασης της ΕΔΕΚΑΠ και της πολιτικής ηγεσίας, στις 14 Απριλίου 2026, μόλις δεκαπέντε ημέρες μετά το Συνέδριο, να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τα κοινά ανακοινωθέντα που εξηγούσαν τους λόγους της διαγραφής του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου.
Με προβλημάτισε η επιχειρηματολογία που παρουσιάστηκε, καθώς από μια απλή ανάγνωση φαίνεται ότι η διαγραφή είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί. Έχοντας βιώσει μια ανάλογη εμπειρία, γνωρίζω πόσο εύκολα δημιουργούνται «κενά επικοινωνίας και κατανόησης» ως προς το τι πραγματικά ειπώθηκε ή εννοήθηκε και πως υποβιβάζεται η πολιτική προσωπική διαδρομή.
Πρώτον, η ανάδειξη των θέσεων του Σάντσεθ προβλήθηκε αρχικά από τον Χάρη Δούκα και στη συνέχεια από τον Πρόεδρο του κόμματος, ο οποίος σύμφωνα και με δημόσιες πληροφορίες είχε εκφράσει τον προβληματισμό του λόγω της μη στήριξης του στην επιβολή εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία. Δεν γνωρίζω εάν η τοποθέτηση του Οδυσσέα επηρεάστηκε από αυτή τη συζήτηση, όμως σε κάθε περίπτωση δεν βρισκόταν εκτός του πλαισίου της αρχικής προεδρικής προσέγγισης.
Δεύτερον, ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος ως κοινοβουλευτικός, είχε στηρίξει πλήρως τις θέσεις του κόμματος. Οι διαφοροποιήσεις του εκφράστηκαν σε περιπτώσεις όπου δεν υπήρχε σαφής ή ενιαία γραμμή.
Τρίτον, η αγωνία που εξέφρασε για το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να θεωρείται μομφή. Αντίθετα, αποτελεί πολιτική ευθύνη, οφείλει να προβληματίζει και να ενεργοποιεί τη σημερινή ηγεσία του Κινήματος, καθώς η ευθύνη για την πορεία της Παράταξης είναι συλλογική.
Τέταρτον, θα έχει ενδιαφέρον η ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής κατά την παράδοση της βουλευτικής του έδρας και της αποχώρησης του από τη θέση του Αντιπρόεδρου, επιλογή που ο πρόεδρος που θα παρευρίσκεται, πρέπει να την αξιολογήσει θετικά…
Κλείνοντας, δεν μπορεί μια παράταξη που φιλοδοξεί να διεκδικήσει την κυβερνησιμότητα της χώρας να οδηγείται σε διαγραφές μελών του που υπηρέτησαν τη Δημοκρατική Παράταξη ως στελέχη, ως βουλευτές και υπουργοί, δίνοντας μάχες για την ενίσχυση και την παρουσία της στην κοινωνία.
Η Δημοκρατική Παράταξη μεγάλωσε μέσα από τον διάλογο, τη σύνθεση και την πολιτική συμμετοχή. Και μόνο μέσα από αυτά τα στοιχεία μπορεί να ξαναγίνει ισχυρή.
Η Δημοκρατική Παράταξη δεν μπορεί να φοβάται τον διάλογο.
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι π. Υπουργός, βουλευτής και Ευρωβουλευτής)

































