Το «οἱ δυνατοὶ πράσσουσι τὰ δυνατά, καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν» (οι δυνατοί πράττουν ό,τι θέλουν και οι αδύναμοι υπομένουν ό,τι πρέπει) δεν είναι απλώς το πιο διάσημο απόσπασμα του Θουκυδίδη. Είναι η ομολογία αποτυχίας μιας αυτοκρατορίας, η στιγμή που αποκαλύπτεται γυμνός ο πυρήνας ισχύος της αρχαίας Αθήνας. Μετά τη Μήλο ήρθε η Σικελία και μετά η κατάρρευση.
Η αναλογία με τις σημερινές ΗΠΑ είναι προφανής, με μία σημείωση: η Αθήνα δεν είχε αφήγημα να χάσει, δεν είχε ανάγκη τα προσχήματα. Οι ΗΠΑ βασίστηκαν στα προσχήματα των φιλελεύθερων αξιών, χτίζοντας για δεκαετίες ένα διεθνές ηθικό πλεονέκτημα το οποίο ο Τραμπ περιφρονεί ως περιττό. Η αλαζονεία και η βλακεία συχνά συνυπάρχουν.
Αυτό που δεκαετίες φιλελεύθερης τάξης δεν κατάφεραν να διαλύσουν -την ψευδαίσθηση ότι η αμερικανική ηγεμονία ήταν κάτι διαφορετικό από ισχύ- το διέλυσε ο Τραμπ σε λίγες εβδομάδες. Η γενοκτονία στη Γάζα και η παρανοϊκή επίθεση στο Ιράν απλώς επισφράγισαν ότι το ηθικό αφήγημα δεν ήταν αξία, αλλά εργαλείο που εύκολα εγκαταλείφθηκε.
Μπορείς να ξαναχτίσεις στρατό. Μπορείς να ξαναχτίσεις οικονομία. Δεν ξαναχτίζεις εύκολα την εμπιστοσύνη ότι ο ηγέτης παίζει με κανόνες που ισχύουν για όλους. Όταν χαθούν τα προσχήματα, χάνεται και η εμπιστοσύνη, ανοίγοντας επιλογές που ήταν κλειστές για δεκαετίες.
Όποιος παρακολουθεί τις κινήσεις του Mark Carney από το Νταβός και μετά, μπορεί να διανοηθεί ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα θα ακουγόταν υπερβολικό: τι θα γινόταν αν οι εναπομείναντες πιστοί στις φιλελεύθερες αξίες αποφάσιζαν να αδιαφορήσουν σταδιακά για τις ΗΠΑ;
Ο Carney δεν είναι απλά ένας καλοπροαίρετος πολιτικός που μιλά για αρχές και αξίες. Είναι ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας και του Καναδά που διαχειρίστηκε συστημικές κρίσεις και μιλά τη γλώσσα της διαχείρισης κινδύνου. Όταν στο Νταβός αναφέρθηκε στον Θουκυδίδη αρνούμενος αυτήν τη λογική, έκανε διάγνωση κινδύνου και πρότεινε λύση, δεν πολιτικολόγησε.
«It seems that every day we're reminded that we live in an era of great power rivalry — that the rules-based order is fading, that the strong can do what they can, and the weak must suffer what they must. And this aphorism of Thucydides is presented as inevitable, as the natural logic of international relations reasserting itself.» […] «faced with this logic, there is a strong tendency for countries to go along to get along. To accommodate. To avoid trouble. To hope that compliance will buy safety. Well, it won’t.»
Στην Ινδία ο Κάρνει μίλησε για «στρατηγική αυτονομία» και διαφοροποίηση αλυσίδων εφοδιασμού. Τα πρώτα βήματα μιας νέας αρχιτεκτονικής, αυτής των αδιάφορων για την Αμερική του ΜΑΓΚΑ. Δεν είναι αδιανόητο οι επόμενες κινήσεις αυτής της αρχιτεκτονικής να συμπεριλάβουν Γερμανία και Γαλλία, ή τις Σκανδιναβικές χώρες και την δημιουργία ενός μπλοκ που, πέραν της πολιτικής βούλησης, θα διέθετε και τα υλικά μέσα: νορβηγικό πετρέλαιο και κουμπαρά 1,7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, γαλλικά πυρηνικά, γερμανική βιομηχανική ισχύ, σουηδική αμυντική τεχνολογία, βρετανική αρχιτεκτονική επεξεργαστών σε κάθε τσιπ του πλανήτη, καναδικά κρίσιμα ορυκτά, ινδική φαρμακευτική και ιαπωνικοί επεξεργαστές. Το συνολικό εγχώριο προϊόν θα ξεπερνούσε αυτό των ΗΠΑ, αλλά δεν είναι καν αυτό το κρίσιμο. Το κρίσιμο θα ήταν η πρόθεση — ή μάλλον η απουσία της.
Αυτό που αναδύεται στις κινήσεις Κάρνεϊ, Μόντι και άλλων δεν είναι αντιαμερικανική συμμαχία, αλλά ενόχληση από την τόση βαρβαρότητα που ξεκινάει στην γλώσσα για να καταλήξει στην γενοκτονία. Είναι κάτι που δεν έχει ακόμα όνομα στη διπλωματική γλώσσα, αλλά θα μπορούσε να λέγεται η Συμμαχία των Αδιάφορων. Χώρες ικανές οικονομικά, τεχνολογικά και αμυντικά, που δεν θα έρθουν σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ, απλώς θα απομακρυνθούν. Θα αδιαφορήσουν συναλλαγματικά, αμυντικά, εφοδιαστικά - συμφωνία τη συμφωνία, νόμισμα το νόμισμα.
Ένα τέτοιο μπλοκ θα συνομιλούσε εύκολα και με την Κίνα που χτίζει αρχιτεκτονικες στρατηγικής αυτονομίας εδώ και δεκαετίες: εμπορεύεται με όλους, δεν δεσμεύεται από κανέναν, και χτίζει εναλλακτικές δίχως τυμπανοκρουσίες. Τα πεδία συνεργασίας -πέραν της από κοινού «αδιαφορίας»- είναι πολλά: τεχνολογία, αλυσίδες εφοδιασμού, ενέργεια, σπάνιες γαίες κλπ.
Μία τέτοια συμμαχία καταργεί την στρατιωτική ισχύ ως μέσο, αφού δεν υπάρχει στόχος για να χτυπηθεί, ενώ μία προσπάθεια εξαναγκασμού από μεριάς ΗΠΑ θα επιβεβαίωνε σε όλους τους υπόλοιπους ότι η αποστασιοποίηση ήταν η σωστή επιλογή εξαρχής και θα έδινε κίνητρο στους λαούς να υπομείνουν το κόστος μετάβασης.
Ο παλιός διπολικός κόσμος, κατάλοιπα του οποίου επέζησαν της πτώσης του Τείχους μεταμφιεσμένα σε μονοπολική αμερικανική τάξη, μάλλον πνέει τα λοίσθια. Μαζί του θα πάρει τις αναγκαστικές ευθυγραμμίσεις, τις επιλογές από φόβο, τις συμμαχίες που κανείς δεν ήθελε αλλά όλοι διατηρούσαν γιατί το κόστος εξόδου φαινόταν απαγορευτικό. Αυτό το κόστος μάλλον αλλάζει πρόσημο και για αυτό, παραδόξως, μπορούμε να ευχαριστήσουμε τον Ντόναλντ Τραμπ.
Είναι πιθανό ένα τέτοιο σενάριο, ή είναι όνειρο θερινής νυκτός, εν μέσω των σκοτεινότερων ημερών για την φιλελεύθερη δημοκρατία μετά το 1945; Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος, αλλά ας κρατήσουμε ως υποσημείωση τα πρόσφατα δημοσιεύματα για πιθανή οικονομική υποχώρηση Σαουδικής Αραβίας, ΗΑΕ και Κουβέιτ από τις επενδύσεις τους στις ΗΠΑ λόγω… πανικού για τις εξελίξεις στο Ιραν σύμφωνα με τους FT.
Σε ένα τέτοιο νέο τοπίο, η Ελλάδα μπορεί να σταθεί με τρόπο που λίγες χώρες της τάξης και της γεωγραφίας της θα μπορούσαν. Η ελληνική εξωτερική πολιτική μέχρι το 2019 της πολλαπλής ισορροπίας - ελληνοτουρκική προσέγγιση, σχέσεις με τον αραβικό κόσμο, αυτόνομη ευρωπαϊκή φωνή, Συμφωνία των Πρεσπών ως εγχείρημα ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων - θα αποτελούσε παράδειγμα σε μία δυνητική «Συμμαχία των Αδιάφορων» που θα πρέσβευε την πολυδιάστατη ευελιξία αντί για την αντιπαράθεση ισχύος. Μια μικρή χώρα που δεν ακολουθεί μπλοκ, αλλά συνομιλεί με όλους, μπορεί σε έναν πολυπολικό κόσμο να έχει δυσανάλογη επιρροή ακριβώς επειδή δεν απειλεί κανέναν και δεν ανήκει σε κανέναν.
Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ηγεσία που αντιλαμβάνεται τη στρατηγική αυτονομία ως αξία και όχι ως ρίσκο. Που βλέπει την Τουρκία ως δυνητικό συνομιλητή, αντί πρόσχημα για αμυντικές δαπάνες κατά παραγγελία, ή αναντίλεκτη απειλή που χρειάζεται αμερικανική διαχείριση. Που αντιλαμβάνεται ότι η μονοδιάστατη πρόσδεση σε έναν ηγεμόνα -ειδικά όταν χάνει το αφήγημά του- δεν είναι ασφάλεια αλλά έκθεση.
Μία επόμενη ελληνική κυβέρνηση δεν θα χρειαστεί να εφεύρει τίποτα. Θα χρειαστεί απλώς να θυμηθεί ό,τι ήξερε η ελληνική διπλωματία πριν την διακυβέρνηση Μητσοτάκη.
(Ο Κωνσταντίνος Αλεξάκος είναι αρχιτέκτονας, πολιτικός αναλυτής)






























