Οι δημοκρατίες σήμερα δεν δοκιμάζονται μόνο από εξωτερικές κρίσεις ή γεωπολιτικές ανακατατάξεις, αλλά και από μια εσωτερική, λιγότερο ορατή αλλά βαθιά πολιτική, μετατόπιση: τη σταδιακή αποδυνάμωση της ουσιαστικής πολιτικής συμμετοχής. Οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων καθίστανται ολοένα και πιο σύνθετες, τεχνικές και θεσμικά απομακρυσμένες από την καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς η αποξένωση, αλλά η υπονόμευση της ίδιας της δημοκρατικής νομιμοποίησης, καθώς η συμμετοχή περιορίζεται χωρίς να αντικαθίσταται από ισοδύναμους μηχανισμούς πολιτικού ελέγχου.
Η δημοκρατία, ωστόσο, δεν αποτελεί ουδέτερη διοικητική διαδικασία, ούτε αυτοματοποιημένο σύστημα διακυβέρνησης. Είναι μια εγγενώς πολιτική διαδικασία, που προϋποθέτει ενεργή συμμετοχή, δημόσιο διάλογο και σχέσεις εμπιστοσύνης. Σήμερα, κρίσιμα πεδία αυτής της διαδικασίας μεταφέρονται στον ψηφιακό χώρο. Η πολιτική έκφραση, η ενημέρωση, η διαβούλευση και η συλλογική δράση πραγματοποιούνται ολοένα και περισσότερο μέσω ψηφιακών υποδομών, οι οποίες λειτουργούν ως χώροι άσκησης εξουσίας, ορατότητας και αποκλεισμού (Council of Europe, 2022a).
Η μετάβαση αυτή δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Παράγει νέες δυνατότητες συμμετοχής, αλλά ταυτόχρονα αναπαράγει και εντείνει ανισότητες. Ενισχύει συγκεκριμένες φωνές και μορφές λόγου, ενώ περιθωριοποιεί άλλες. Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τη δημοκρατία στον ψηφιακό χώρο δεν μπορεί να εξαντλείται σε τεχνολογικές λύσεις ή καινοτομίες. Αφορά πρωτίστως πολιτικές επιλογές, ρυθμιστικά πλαίσια και θεσμικές εγγυήσεις για το ποιος συμμετέχει, με ποιους όρους και με ποια αποτελέσματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια θεμελιώδης αρχή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία: τα ψηφιακά δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα. Η αρχή αυτή έχει αναγνωριστεί ρητά από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, το οποίο υπογραμμίζει ότι τα δικαιώματα που ισχύουν εκτός διαδικτύου οφείλουν να προστατεύονται εξίσου και στο ψηφιακό περιβάλλον (UNHRC, 2012). Η ελευθερία της έκφρασης, η πρόσβαση στην πληροφορία, η πολιτική συμμετοχή, η ιδιωτικότητα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν αναστέλλονται, ούτε αποδυναμώνονται επειδή ασκούνται μέσω ψηφιακών μέσων. Αντιθέτως, στον ψηφιακό χώρο οι παραβιάσεις τους συχνά αποκτούν συστημικό χαρακτήρα.
Η Ευρώπη φέρει ιδιαίτερη πολιτική ευθύνη απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα. Όχι μόνο λόγω της ιστορικής της δέσμευσης στα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και επειδή έχει επιλέξει να παρέμβει ρυθμιστικά στην ψηφιακή μετάβαση, αναγνωρίζοντάς την ως ζήτημα δημοκρατίας και όχι απλώς αγοράς ή καινοτομίας. Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει τα τελευταία χρόνια διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικών για τη σχέση ψηφιακών τεχνολογιών, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατίας. Η Σύσταση CM/Rec(2022)16 αναγνωρίζει ότι φαινόμενα όπως η ρητορική μίσους, ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον, επηρεάζουν ουσιωδώς την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπογραμμίζει την ευθύνη των κρατών-μελών να διασφαλίζουν ότι οι δημοκρατικές αρχές, η ισότητα, η μη διάκριση και η λογοδοσία προστατεύονται και προάγονται και στον ψηφιακό χώρο (Council of Europe, 2022a).
Παράλληλα, η Σύσταση CM/Rec(2022)13 για την ελευθερία της έκφρασης αναδεικνύει τους κινδύνους που απορρέουν από τη συγκέντρωση ισχύος σε μεγάλους διαδικτυακούς διαμεσολαβητές και θέτει το ζήτημα του δημοκρατικού ελέγχου των ψηφιακών δημόσιων σφαιρών ως πολιτική προτεραιότητα (Council of Europe, 2022b). Η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις υλικές και θεσμικές συνθήκες που καθορίζουν ποιος ακούγεται και ποιος αποκλείεται από τον δημόσιο διάλογο.
Ωστόσο, τα κανονιστικά πλαίσια από μόνα τους δεν επαρκούν. Η ψηφιακή συμμετοχή δεν εξαντλείται στη δυνατότητα έκφρασης άποψης, αλλά προϋποθέτει ουσιαστική πρόσβαση, συμπερίληψη, διαφάνεια και ασφάλεια. Κυρίως, προϋποθέτει σαφή και αξιόπιστη σύνδεση με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, η συμμετοχή ενισχύει τη δημοκρατική νομιμοποίηση μόνο όταν οι πολίτες μπορούν να διαπιστώσουν πώς οι συνεισφορές τους λαμβάνονται υπόψη και επηρεάζουν τα τελικά πολιτικά αποτελέσματα (OECD, 2020).
Σε αυτό το πλαίσιο, η ταύτιση της ψηφιακής συμμετοχής αποκλειστικά με τη διαμαρτυρία συνιστά πολιτικό αδιέξοδο. Η διαμαρτυρία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατίας. Όταν όμως δεν συνοδεύεται από θεσμικούς μηχανισμούς ανταπόκρισης και συλλογικής επεξεργασίας, κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο διεκδίκησης σε μηχανισμό αναπαραγωγής ματαίωσης.
Η ματαίωση αυτή αποτελεί σήμερα έναν από τους σοβαρότερους κινδύνους για τη δημοκρατική συμμετοχή. Όχι επειδή οι πολίτες αδιαφορούν, αλλά επειδή αμφισβητούν την πολιτική αποτελεσματικότητα των διαδικασιών. Η αντιμετώπισή της δεν είναι ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης, αλλά ζήτημα πολιτικού σχεδιασμού, θεσμικής ειλικρίνειας και λογοδοσίας.
Το παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Νομοθετικής Πρωτοβουλίας Πολιτών «My Voice, My Choice» αναδεικνύει ότι, υπό προϋποθέσεις, η συμμετοχή των πολιτών μπορεί να συνδεθεί ουσιαστικά με τη θεσμική πολιτική διαδικασία. Η συγκέντρωση περισσότερων από 1,2 εκατομμύρια υπογραφών συνέβαλε στη μεταφορά του ζητήματος της πρόσβασης σε ασφαλείς αμβλώσεις στο ευρωπαϊκό πολιτικό επίπεδο και στη σχετική συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χωρίς να υποκατασταθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί (European Parliament, 2024).
Η ψηφιακή δημοκρατία, τελικά, δεν θα κριθεί από τον αριθμό των πλατφορμών ή την ταχύτητα της τεχνολογικής καινοτομίας. Θα κριθεί από το αν οι κοινωνίες και οι θεσμοί επιλέγουν να αντιμετωπίζουν την πολιτική συμμετοχή ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και ως συλλογική πολιτική ευθύνη και στον ψηφιακό χώρο.
Σε μια εποχή όπου η αποχή συχνά ερμηνεύεται ως αδιαφορία ή κυνισμός, η υπεράσπιση της ουσιαστικής συμμετοχής δεν αποτελεί ρομαντική προσδοκία, αλλά προϋπόθεση δημοκρατικής ανθεκτικότητας.
(Η Ιωάννα Σκόνδρα είναι Ιδρυτικό μέλος, διαχειρίστρια, Digital Democracy Foundation – Άρθρο στο Ινστιτούτο ΕΝΑ)































