Η δημιουργία μιας διοικητικής ελίτ, στη χώρα μας, αποτέλεσε για πολλές δεκαετίες το desideratum πολλών πολιτικών και δημοσιολογούντων. Από τον G. Langrod, αρχιτέκτονα της μεταπολεμικής διοικητικής μεταρρύθμισης μέχρι τον Κ. Μητσοτάκη (υπουργό Συντoνισμού την δεκαετία 60) και τον Α. Παπανδρέου (υφυπουργό Συντονισμού την ίδια περίοδο) κοινή ήταν η επιθυμία δημιουργίας ενός σώματος επίλεκτων δημοσίων υπαλλήλων που θα μπορούσαν να «σύρουν τον αραμπά» της καθημαγμένης από τον πελατειασμό και τα μίση, ελληνικής δημόσιας διοίκηση (συγκινεί ακόμη η περιγραφή της λειτουργίας της «ομάδας Ε»/(Ελλάς) του Landgrod).
Οι αντιστάσεις, όμως, στην εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου ήταν πολλές και εξαιρετικά ισχυρές. Και δεν ήταν μόνο οι εκπρόσωποι του πελατειασμού στο πολιτικό σύστημα αλλά και όσοι τον υπηρετούσαν εντός της κοινωνίας, προεχόντως δε, εντός των πανεπιστημίων. Ο φόβος ότι μια νέα Σχολή θα έβγαζε αποφοίτους που θα είχαν μια προνομιακή σχέση με το Δημόσιο κι έτσι, αυτομάτως, θα υποβαθμίζονταν οι δικές τους Σχολές και οι απόφοιτοί τους που περίμεναν, στη σειρά, για έναν διορισμό, οδήγησε ορισμένους ακαδημαϊκούς σε σύμπλευση με ομονοούντες συνδικαλιστές στην πρώτη κρίσιμη υποχώρηση από το όραμα της ΕΝΑ: Η Σχολή δεν απέκτησε ποτέ συλλογική μνήμη και κουλτούρα διοικητικών στελεχών.
Το φιλόδοξο σχέδιο να αποκτήσει η Ελλάδα μια ΕΝΑ (Ecole nationale d’ administration) χάθηκε μέσα στους μαιάνδρους της γραφειοκρατίας και της ενδημικής για τη δημόσια διοίκηση εσωστρέφειας: Η Σχολή απώλεσε σταδιακά τα τμήματα των διπλωματών και των διοικητικών δικαστών, τα standards ποιότητας και αυστηρότητας άρχισαν να υποχωρούν και ως καθηγητές άρχισαν να συρρέουν πλείστοι όσοι σχετικοί και άσχετοι με τη διοικητική επιστήμη, ενώ οι σπουδαστές εξαργύρωναν το όραμα του διοικητικού στελέχους με μια μικρή προώθησή τους στη διοικητική ιεραρχία.
Εν τω μεταξύ, η αναζήτηση των επιτελικών στελεχών από ατάλαντα, ουδόλως επιτελικά στελέχη, συνεχίζεται (στα λόγια). Η Σχολή Δημόσιας Διοίκησης μετασχηματίστηκε, σιωπηλά, σε μια ακόμη πύλη εισόδου στο Δημόσιο, απεμπολώντας οριστικά οράματα και πρακτικές για μια δημόσια διοίκηση που θα κανοναρχείται από ικανά και άξια διοικητικά στελέχη.
Ως εκ τούτου η είδηση που πέρασε στα «ψιλά» τις προηγούμενες ημέρες ότι ακόμη κι εκείνοι που δεν την τελειώνουν «επιτυχώς» διορίζονται στο ελληνικό δημόσιο, έρχεται ως φυσική συνέπεια της πτώσης.
Μια ακόμη διοικητική μεταρρύθμιση απέτυχε οριστικά.
(Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι εμπειρογνώμονας δημόσιας διοίκησης, π.βουλευτής)

























