Η ψυχολογία υποστηρίζει ότι οι δεκαετίες του 1960 και του 1970 δημιούργησαν, σχεδόν κατά λάθος, μία από τις πιο συναισθηματικά ανθεκτικές γενιές της σύγχρονης ιστορίας. Όχι επειδή οι γονείς τότε είχαν περισσότερες γνώσεις γύρω από την παιδοψυχολογία, ούτε επειδή ακολουθούσαν κάποια επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδο ανατροφής. Αντιθέτως, αυτό που σήμερα θα χαρακτηριζόταν «καλοήθης παραμέληση» φαίνεται πως λειτούργησε ως άτυπο εκπαιδευτικό σύστημα ζωής.
Τα παιδιά εκείνης της εποχής μεγάλωναν με ελευθερία, που σήμερα φαντάζει αδιανόητη. Εξαφανίζονταν για ώρες στις γειτονιές, επέστρεφαν όταν άναβαν τα φώτα του δρόμου και οι γονείς τους συχνά δεν γνώριζαν πού ακριβώς βρίσκονταν. Κι όμως, αυτό δεν θεωρούνταν αμέλεια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα παιδιά μάθαιναν να αυτορρυθμίζονται, να παίρνουν αποφάσεις, να διαχειρίζονται συγκρούσεις και να επιλύουν προβλήματα χωρίς άμεση ενήλικη παρέμβαση.
Σήμερα, η εικόνα είναι σχεδόν αντίστροφη. Οι γονείς παρακολουθούν κάθε κίνηση μέσω smartphone, οργανώνουν κάθε απόγευμα με δραστηριότητες και σπεύδουν να επιλύσουν κάθε μικρή δυσκολία. Η πρόθεση είναι αγνή και αφορά την προστασία και την υποστήριξη. Όμως, μήπως προσπαθώντας να κάνουμε το καλύτερο, αφαιρούμε άθελά μας την ευκαιρία για να αναπτύξουν από μόνα τους δεξιότητες και αυτορύθμιση;
Το «τυχαίο πείραμα» της αυτονομίας
Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, οι περισσότεροι γονείς δεν είχαν πρόσβαση σε οδηγούς θετικής διαπαιδαγώγησης ή σεμινάρια γονεϊκότητας. Συχνά εργάζονταν πολλές ώρες, αντιμετωπίζοντας οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις. Τα παιδιά έπρεπε να βρουν μόνα τους τρόπους να γεμίσουν τον χρόνο τους, να ξεπεράσουν τη βαρεμάρα, να επιλύσουν διαφωνίες.
Η συγγραφέας Cheri Hjelmstad περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως μια «γεννημένη αυτοπεποίθηση» που σήμερα φαίνεται να βρίσκεται σε έλλειψη. Όταν δεν υπάρχει κάποιος να σε διασκεδάσει, δημιουργείς. Όταν δεν υπάρχει άμεση παρέμβαση σε έναν καβγά, μαθαίνεις να διαπραγματεύεσαι. Όταν δεν υπάρχει συνεχής καθοδήγηση, καλλιεργείται η εσωτερική πυξίδα.
Η πιο χαλαρή γονική στάση εκείνης της περιόδου φαίνεται πως ευνόησε την ανάπτυξη αυτονομίας και ικανοτήτων επίλυσης προβλημάτων. Δεν υπήρχε στόχος να δημιουργηθούν «ανθεκτικά» παιδιά. Κι όμως, αυτό ακριβώς συνέβη.
Τα συναισθήματα ενισχύονται μέσα από τη διαχείριση δυσκολιών
Όπως τα χέρια που σκληραίνουν μέσα από τη χειρωνακτική εργασία, έτσι και τα συναισθήματα ενισχύονται μέσα από τη διαχείριση μικρών δυσκολιών. Η υπερπροστασία, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, μπορεί να αφήσει το άτομο «γυμνό» μπροστά στις πρώτες σοβαρές αντιξοότητες.
Ο Marc Brackett, Διευθυντής του Κέντρου Συναισθηματικής Νοημοσύνης του Yale, έχει επισημάνει τη σημασία της εσωτερικής συναισθηματικής ρύθμισης ως βασικού παράγοντα ψυχικής υγείας. Η ικανότητα να ηρεμεί κανείς τον εαυτό του, να αντέχει την απογοήτευση και να ανακάμπτει από αποτυχίες δεν διδάσκεται θεωρητικά, καλλιεργείται βιωματικά.
Τα παιδιά των δεκαετιών εκείνων έμαθαν να αντιμετωπίζουν μικρές απορρίψεις, πτώσεις, αποτυχίες χωρίς άμεση «διάσωση». Αυτό δεν σήμαινε απουσία αγάπης. Σήμαινε ότι η παρηγοριά δεν ήταν πάντα άμεση και η επίλυση δεν ήταν πάντα εξωτερική. Έτσι δημιουργήθηκαν οι λεγόμενοι «συναισθηματικοί κάλοι» — προστατευτικά στρώματα ανθεκτικότητας.
Η υπομονή ως χαμένη δεξιότητα
Σε έναν κόσμο χωρίς άμεση ικανοποίηση, η αναμονή ήταν αναπόφευκτη. Για να δει κανείς μια αγαπημένη εκπομπή, έπρεπε να περιμένει την προγραμματισμένη ώρα. Για να αποκτήσει κάτι, αποταμίευε για μήνες. Η καθυστέρηση της ικανοποίησης καλλιεργούσε υπομονή και αντοχή στη ματαίωση.
Στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο, όπου η πληροφορία, η ψυχαγωγία και οι αγορές είναι διαθέσιμες με ένα κλικ, η αναμονή δεν φαίνεται να υπάρχει. Όμως η ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι η ανοχή στην απογοήτευση αποτελεί βασικό πυλώνα συναισθηματικής ανθεκτικότητας. Όταν όλα είναι άμεσα, η καθυστέρηση βιώνεται ως απειλή και όχι ως φυσικό κομμάτι της ζωής.
Επίλυση προβλημάτων χωρίς «δίχτυ ασφαλείας»
Πριν από την εποχή του GPS και της άμεσης διαδικτυακής αναζήτησης, τα λάθη και η αβεβαιότητα ήταν μέρος της καθημερινότητας. Χανόσουν και έβρισκες τον δρόμο. Αντιμετώπιζες μια δυσκολία και αναζητούσες λύση με τα διαθέσιμα μέσα.
Το παιχνίδι - χωρίς συνεχή επίβλεψη και αυστηρούς κανόνες - επέτρεπε στα παιδιά να αξιολογούν κινδύνους, να πειραματίζονται, να αποτυγχάνουν και να προσπαθούν ξανά. Αυτές οι εμπειρίες ενίσχυαν την ανεξαρτησία και την προσαρμοστικότητα.
Σήμερα, το περιβάλλον είναι σαφώς πιο ασφαλές και οργανωμένο. Όμως μαζί με τον κίνδυνο έχει περιοριστεί και η ευκαιρία για αυθεντική δοκιμή ορίων. Η πλήρης εξάλειψη της δυσφορίας στερεί από τα παιδιά την ευκαιρία να εξασκήσουν την ανθεκτικότητα τους.
Οι ακούσιες συνέπειες της άνεσης
Δεν πρόκειται για εξιδανίκευση του παρελθόντος. Οι προηγούμενες γενιές είχαν τις δικές τους ελλείψεις και δυσκολίες. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονέων δεν ήταν πάντα επαρκής και πολλοί μεγάλωσαν με αληθινά τραύματα.
Ωστόσο, η υπερδιόρθωση μπορεί να έχει δημιουργήσει ένα νέο πρόβλημα. Όταν κάθε δυσκολία προλαμβάνεται, κάθε σύγκρουση επιλύεται άμεσα και κάθε συναίσθημα καταπραΰνεται εξωτερικά, το παιδί δεν μαθαίνει να αντλεί δύναμη από μέσα του.
Η ειρωνεία είναι εμφανής: στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε, ίσως περιορίζουμε. Στην επιθυμία μας να προσφέρουμε άνεση, ίσως αφαιρούμε την προπόνηση που χρειάζεται η ψυχική αντοχή.
Το ζητούμενο για το σήμερα
Η λύση δεν είναι η επιστροφή σε αδιάφορες μορφές γονεϊκότητας. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία. Ελεγχόμενες δόσεις ανεξαρτησίας, χώρος για λάθη, ευκαιρίες για αδόμητο παιχνίδι και ανάληψη μικρών ρίσκων.
Οι «συναισθηματικοί κάλοι» δεν είναι σημάδια σκληρότητας, είναι ενδείξεις προσαρμογής. Είναι τα προστατευτικά στρώματα που επιτρέπουν σε έναν ενήλικα να αντέχει τις αναπόφευκτες δυσκολίες της ζωής.
Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο μάθημα για τους σύγχρονους γονείς είναι αυτό. Μερικές φορές το καλύτερο που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας δεν είναι όλο και περισσότερη παρέμβαση, αλλά περισσότερος χώρος. Όχι λιγότερη αγάπη, αλλά περισσότερη εμπιστοσύνη.




























