Τα smart watches και τα fitness trackers έχουν ξεπεράσει το στάδιο του gadget και έχουν εξελιχθεί σε ένα εργαλείο επιτήρησης της υγείας. Δεν πρόκειται απλώς για οθόνες που καταγράφουν τα βήματα που μετρούν, αλλά για αισθητήρες που φοριούνται στον καρπό και συλλέγουν συνεχώς δεδομένα για τη δραστηριότητά μας, την καρδιά μας, τον ύπνο μας, την ενέργειά μας, ακόμη και την αρτηριακή μας πίεση ή σε πιο «προχωρημένες» εκδόσεις, τα επίπεδα της γλυκόζης μας.
Το ερώτημα όμως που παραμένει είναι αν τελικά αυτές οι συσκευές μας βοηθούν να γίνουμε πιο υγιείς ή απλώς δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να μας δίνουν αριθμούς.
Μια μεγάλη επιστημονική ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Physiological Reviews επιχειρεί να δώσει μια απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Οι ερευνητές εξέτασαν 39 συστηματικές ανασκοπήσεις που περιλάμβαναν συνολικά 98 πρωτογενείς έρευνες εκ των οποίων οι 95 ήταν τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές. Συνολικά αξιολογήθηκαν χιλιάδες συμμετέχοντες και συμμετέχουσες από διαφορετικές ομάδες, όπως υγιείς ενήλικες, άτομα με παχυσαρκία, άτομα με διαβήτη τύπου 2, με καρδιαγγειακή νόσο, με υπέρταση ή ακόμη και επιζώντες καρκίνου.
Η αναζήτηση των δεδομένων έγινε σε μεγάλες επιστημονικές βάσεις όπως οι MEDLINE, Embase, Web of Science και Cochrane Library. Οι ανασκοπήσεις δημοσιεύθηκαν μεταξύ 2018 και 2025-που σημαίνει ότι η εικόνα είναι εξαιρετικά επικαιροποιημένη-με τις περισσότερες να εμφανίζονται μετά το 2020 (64,1%). Με βάση τις πληροφορίες σχετικά με τον αντίστοιχο συγγραφέα, οι περισσότερες ανασκοπήσεις διεξήχθησαν από ερευνητές στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ασία (84,6%).
Οι συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν συχνότερα στις πρωτογενείς μελέτες ήταν οι Fitbit (40,2%), Polar (12,4%) και ActiGraph (10,3%). Πρόκειται για εμπορικά διαθέσιμα προϊόντα, κάτι που ενισχύει τη δυνατότητα μετάφρασης των αποτελεσμάτων τους στην καθημερινή ζωή, καθώς δεν μιλάμε για πειραματικούς αισθητήρες εργαστηρίου, αλλά για μια τεχνολογία που ήδη βρίσκεται σε χρήση από τα χέρια εκατομμυρίων ανθρώπων.
«Στη συγκεκριμένη γενική ανασκόπηση επιλέγουμε σκόπιμα να επικεντρωθούμε σε συσκευές που φοριούνται στον καρπό για πολλούς λόγους. Πρωτίστως, είναι συνήθως λιγότερο παρεμβατικές και πιο άνετες, γεγονός που διευκολύνει τη συστηματική και μακροχρόνια χρήση τους από τα άτομα, ενισχύοντας έτσι τη συμμόρφωση και περιορίζοντας ενδεχομένως τα ποσοστά εγκατάλειψης της μελέτης. Ο οικείος σχεδιασμός τους, που συχνά παραπέμπει σε ένα συμβατικό ρολόι χειρός, δεν διαταράσσει την καθημερινότητα των χρηστών και τις καθιστά κατάλληλες για συνεχή, μακροπρόθεσμη παρακολούθηση. Παράλληλα, οι συσκευές καρπού διαθέτουν συχνά ενσωματωμένες λειτουργίες, όπως ανατροφοδότηση σε πραγματικό χρόνο, καθορισμό στόχων και υπενθυμίσεις δραστηριότητας. Τα διαδραστικά αυτά χαρακτηριστικά μπορούν να ενθαρρύνουν την εμπλοκή των χρηστών και να επηρεάσουν θετικά συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία, καθιστώντας τις συσκευές πολύτιμες όχι μόνο για την παθητική συλλογή δεδομένων αλλά και ως εργαλεία παρεμβάσεων αλλαγής συμπεριφοράς. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι wearable συσκευές αντιπροσωπεύουν πάνω από το 70% των συσκευών που χρησιμοποιούνται σε δημοσιευμένες μελέτες, στοιχείο που αναδεικνύει τη μεθοδολογική τους βαρύτητα και τη διαθεσιμότητα δεδομένων επικύρωσης», εξηγεί στο Dnews ο Καθηγητής Ιατρικής, Επιδημιολογίας, Υγείας του πληθυσμού, Επιστήμης βιοϊατρικών δεδομένων του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, Ιωάννης Ιωαννίδης, ο οποίος είναι επικεφαλής της ανάλυσης.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι wearable συσκευές έχουν τραβήξει σημαντικά την προσοχή τόσο των καταναλωτών όσο και των ερευνητών τα τελευταία χρόνια, λόγω της αυξημένης διαθεσιμότητας, της χρησιμότητας και της ακρίβειάς τους. Ενδεικτικά, το 2020, περίπου το 30% των ενηλίκων στις ΗΠΑ ανέφεραν τακτική χρήση wearables και, με βάση τις προβλέψεις της αγοράς, αναμένεται μια αύξηση περίπου 25% μέσα στο 2026.
Δημοφιλή wearable
Το πιο ξεκάθαρο εύρημα της ανάλυσης είναι εντυπωσιακά απλό: όταν οι άνθρωποι λαμβάνουν ανατροφοδότηση από ένα wearable στον καρπό τους, κινούνται περισσότερο, αυξάνουν τα βήματά τους αλλά και τη φυσική τους δραστηριότητα συνολικά, και μειώνουν το καθισιό.
Σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα παρατηρήθηκε μέτρια προς μεγάλη επίδραση της ανατροφοδότησης στην αύξηση των ημερήσιων βημάτων. Σε μεγαλύτερης ηλικίας πληθυσμούς η αύξηση ήταν ακόμη πιο έντονη. Σε επιζώντες καρκίνου αυξήθηκε τόσο η μέτρια όσο και η μέτρια προς έντονη δραστηριότητα, ενώ μειώθηκε ο χρόνος αδράνειας.
«Περίπου τα 2/3 των τυχαιοποιημένων δοκιμών έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στη φυσική δραστηριότητα όταν η παρέμβαση περιλάμβανε wearable με ανατροφοδότηση, η οποία είναι και η λέξη-«κλειδί». Σύμφωνα με την ανάλυση, δεν αρκεί να φορά κάποιος ένα ρολόι που καταγράφει δεδομένα, η αλλαγή φαίνεται να συμβαίνει όταν ο χρήστης βλέπει τους αριθμούς, θέτει στόχους, λαμβάνει υπενθυμίσεις, συγκρίνει την πρόοδό του, ενθαρρύνεται», σημειώνει ο Έλληνας καθηγητής.
Οι περισσότερες μελέτες της ανάλυσης δεν χρησιμοποίησαν τα wearables ως μεμονωμένα εργαλεία. Σε περισσότερο από το 80% των μελετών τα wearables ενσωματώθηκαν σε πιο σύνθετα προγράμματα αλλαγής συμπεριφοράς, με καθοδήγηση, με συμβουλευτική, με εκπαιδευτικό υλικό ή με ομαδική υποστήριξη. Με άλλα λόγια, το smart watch λειτουργεί καλύτερα όταν αποτελεί μέρος ενός υποστηρικτικού πλαισίου και όχι όταν είναι απλώς ένα παθητικό καταγραφικό.
Ενδεικτικά, σε νοσοκομειακό περιβάλλον, ασθενείς που υποβλήθηκαν σε αρθροπλαστική γόνατος και ισχίου όταν φορούσαν συσκευή παρακολούθησης δραστηριότητας και λάμβαναν ανατροφοδότηση ήταν 1,7 φορές πιο πιθανό να επιτύχουν κατά μέσο όρο 7.000 βήματα την ημέρα συγκριτικά με άτομα χωρίς ανατροφοδότηση στις 6 εβδομάδες μετά την επέμβαση. Ομοίως, ασθενείς που υποβλήθηκαν σε λαπαροσκοπική χειρουργική επέμβαση και έλαβαν ανατροφοδότηση αύξησαν σημαντικά τον μέσο αριθμό βημάτων τους κατά τη διάρκεια των πρώτων 5 μετεγχειρητικών ημερών.
Ερωτηματικό για τους «σκληρούς» δείκτες υγείας
Ωστόσο, όταν το βλέμμα στρέφεται σε «σκληρότερους» δείκτες υγείας, η εικόνα γίνεται πιο θολή. Σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 παρατηρήθηκαν σημαντικές μειώσεις στη διαστολική αρτηριακή πίεση και στο σάκχαρο σε ορισμένες αναλύσεις, αλλά δεν υπήρξαν σταθερές διαφορές σε βάρος, σε γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, σε συστολική πίεση ή σε λιπίδια. Σε καρδιοπαθείς, τα δεδομένα για σύσταση σώματος και άλλους μεταβολικούς δείκτες ήταν περιορισμένα ή στατιστικά μη σημαντικά. Όσον αφορά την ποιότητα ζωής, την κατάθλιψη, το άγχος ή τον πόνο, τα αποτελέσματα ήταν ανάμεικτα, καθώς κάποιες μελέτες έδειξαν βελτιώσεις, ιδίως όταν το wearable εντασσόταν σε ένα πολυεπίπεδο πρόγραμμα, ενώ άλλες όχι.
Εδώ το ερώτημα λοιπόν είναι γιατί παρατηρείται καθαρή βελτίωση στη συμπεριφορά αλλά όχι εξίσου καθαρή βελτίωση σε κλινικούς δείκτες;
«Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτον, οι παρεμβάσεις ήταν κατά κανόνα πολυσύνθετες, γεγονός που καθιστά δύσκολο να απομονωθεί η “καθαρή” επίδραση του wearable από την εκπαίδευση, την παρακίνηση ή την άσκηση που το συνόδευαν. Δεύτερον, η διάρκεια παρακολούθησης συχνά ήταν μικρή για να αποτυπωθούν μακροπρόθεσμα οφέλη σε νοσηρότητα ή θνησιμότητα. Τρίτον, η προσήλωση στη χρήση δεν είναι δεδομένη. Πολλοί χρήστες εγκαταλείπουν τις συσκευές μετά από λίγο καιρό, ενώ η μακροχρόνια χρήση σχετίζεται με συγκεκριμένα δημογραφικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά», εξηγεί ο κ. Ιωαννίδης.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο που πρέπει να αναφερθεί, η ποιότητα των ίδιων των ανασκοπήσεων που δεν ήταν πάντα υψηλή. Μόλις 15% αυτών αξιολογήθηκαν ως υψηλής εμπιστοσύνης με βάση το εργαλείο AMSTAR-2, ενώ το 40% κρίθηκαν ως «χαμηλής» ποιότητας.
Συχνά ‘ελαττώματα’ ήταν η ανεπαρκής εκτίμηση του κινδύνου μεροληψίας και η περιορισμένη διερεύνηση της ετερογένειας μεταξύ μελετών. Επιπλέον, πολλές πρωτογενείς δοκιμές ήταν πιλοτικές ή μελέτες σκοπιμότητας, άρα πιθανόν όχι τόσο ισχυρές ώστε να ανιχνεύσουν διαφορές σε κλινικά σημαντικά τελικά σημεία. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπεράσματα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Η επιστημονική εικόνα είναι μεν ενθαρρυντική, αλλά όχι καθοριστική.
Ωστόσο, παρά τις επιφυλάξεις και τους περιορισμούς της ανάλυσης, η συνολική τάση είναι σαφής. Όταν τα wearables αξιοποιούνται ως εργαλεία ανατροφοδότησης μέσα σε ένα καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα αλλαγής τρόπου ζωής, μπορούν να αυξήσουν ουσιαστικά τη φυσική δραστηριότητα σε ένα ευρύ φάσμα πληθυσμού. Το αν αυτή η αυξημένη κινητικότητα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε λιγότερα εμφράγματα, σε λιγότερες επιπλοκές διαβήτη ή σε μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής παραμένει ένα ερώτημα που χρειάζεται μεγαλύτερες, πιο αυστηρές και πιο μακροχρόνιες μελέτες για να απαντηθεί.
Παράλληλα, δεν πρέπει να υποτιμηθούν και τα ζητήματα ιδιωτικότητας και ασφάλειας δεδομένων που ανακύπτουν, καθώς οι συσκευές αυτές συλλέγουν ευαίσθητες πληροφορίες και τις μεταφέρουν σε εφαρμογές και cloud πλατφόρμες, κάτι που καθιστά αναγκαία την ύπαρξη ισχυρών προτύπων προστασίας και διαφάνειας στη χρήση τους.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι απλό αλλά ουσιαστικό, σε καμιά περίπτωση το wearable δεν είναι ένα μαγικό εργαλείο, δεν αντικαθιστά τη σωστή ιατρική παρακολούθηση και δεν εγγυάται καλύτερους δείκτες υγείας.
Ωστόσο, ως μέρος μιας συνειδητής προσπάθειας για την αλλαγή του τρόπου ζωής, φαίνεται πως μπορεί να κάνει αυτό που πολλοί δυσκολεύονται να πετύχουν μόνοι τους, να τους παροτρύνει να σηκωθούν από τον καναπέ και να κινηθούν.
































