Δύο είναι οι κυριότερες σχολές σκέψης για τους θεμελιωτές του ελληνικού κράτους, οι οποίες αντιπαρατίθενται εδώ και πολλές δεκαετίες. Η πρώτη θεωρεί τον Ιωάννη Καποδίστρια ως τη σημαντικότερη προσωπικότητα κατά την οικοδόμηση του ελληνικού κράτους στα πρώτα του βήματα. Η δεύτερη υμνεί τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο ως τον άνθρωπο που καθοδήγησε την πρώτη ελληνική δημοκρατία και συνέβαλε καθοριστικά στην εθνική ανεξαρτησία. Οι μεν κατά κανόνα αποστρέφονται τον Μαυροκορδάτο, οι δε τον Καποδίστρια. Συντάσσομαι με την πρώτη σχολή, όπως επιβεβαιώνει και η επιλογή μας με τον Σπύρο Βλαχόπουλο να βάλουμε τον Καποδίστρια κατά την ίδρυση του Πανελληνίου στο εξώφυλλο του Εγχειριδίου Συνταγματικού Δικαίου που δημοσιεύσαμε την περασμένη άνοιξη (εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη 2025).
Όμως ο Καποδίστριας που θαυμάζουμε και τιμούμε ελάχιστη σχέση έχει με τον Καποδίστρια στο φιλμ του Σμαραγδή, ο οποίος κατασκευάζει μία καρικατούρα παραχαράσσοντας την ιστορία και υπό μία έννοια γελοιοποιώντας τη σπουδαία αυτή φυσιογνωμία. Ο Καποδίστριας ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτά που παρουσιάζει ο Σμαραγδής, δηλαδή έναν άνθρωπο συντηρητικό, αντιδιαφωτιστή, κληρικαλιστή και ως ένα βαθμό αιθεροβάμονα. Αυτή η προσέγγιση, που γοητεύει άλλωστε ένα συγκεκριμένο κοινό, μπορεί να φέρνει ρεκόρ εισιτηρίων όμως διαστρεβλώνει την πραγματικότητα.
Παρ' όλα αυτά, και έχοντας επίσης σοβαρές επιφυλάξεις για την αισθητική της ταινίας, δεν θα συμφωνήσω καθόλου ότι η προβολή και η εμπορική της επιτυχία αποτελούν ένα θλιβερό ή επονείδιστο γεγονός όπως ισχυρίζονται πολλοί. Έστω με αφορμή τέτοιες ταινίες, είναι σημαντικό να επιστρέφει η δημόσια συζήτηση στα γεγονότα και τα πρόσωπα που σημάδεψαν τη δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας. Όποιος διαφωνεί με την αισθητική και την ιστορική αντίληψη του Σμαραγδή, έχει ήδη πληροφορηθεί περί τίνος πρόκειται και, αν δεν του αρέσει, δεν χρειάζεται να δει την ταινία. Καλή ή κακή τέχνη, σωστή ή λάθος άποψη, ο Σμαραγδής έχει δικαίωμα να φτιάχνει τον κινηματογράφο που θέλει, οι θεατές να επιλέγουν τι θα δουν και οι κριτικοί να τον επαινέσουν ή να βγουν από τα ρούχα τους. Άλλωστε όσο οξύτερη η κριτική, με κριτήρια «πολιτικής ή ιστορικής ορθότητας», τόσο περισσότερη η διαφήμιση.
Στο βιβλίο μου «Η περιπετειώδης ιστορία των επαναστατικών Συνταγμάτων του 1821» που κυκλοφόρησε το 2021 (εκδ. Καστανιώτη), ξεκινάω το κεφάλαιο της καποδιστριακής περιόδου με τα εξής:
«Μετά την αποθεωτική υποδοχή του στο Ναύπλιο, στις 8 Ιανουαρίου 1828, ο Καποδίστριας φτάνει τρεις ημέρες αργότερα στην Αίγινα, όπου τον περιμένουν η Aντικυβερνητική Επιτροπή [δηλ. η προσωρινή κυβέρνηση], η Βουλή και χιλιάδες ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους πλήθος από πρόσφυγες, χήρες, ορφανά και αναπήρους του Αγώνα, που φιλοξενούνται στο νησί. «Δεν ήτο το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος» αφηγείται ο Καποδίστριας μέσα από την πένα του Γεωργίου Τερτσέτη. «Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου· μαυροφορεμένες, γέροντες μου ζητούσαν να αναστήσω τους απεθαμένους τους, μανάδες μού έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω, και ότι δεν τους απέμεναν παρά εκείνα και εγώ, και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά… ».
Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι απελπιστική έπειτα από εφτά χρόνια Αγώνα, με συστηματική εξόντωση του πληθυσμού και καταστροφή της οικονομίας από τον οθωμανικό στρατό αλλά και τους δύο Εμφύλιους πολέμους. Αποδιοργάνωση της κυβέρνησης, ανυπαρξία διοικητικών αρχών, κοινωνικές συγκρούσεις, απειθαρχία του στρατού, εγκατάλειψη των αγροτικών εργασιών, ερήμωση της υπαίθρου, αδυναμία είσπραξης φόρων, κατάρρευση του εμπορίου και σφετερισμός των δημόσιων πόρων από τους προκρίτους συνθέτουν ένα μέρος της εικόνας».
Σε αυτές τις συνθήκες αγωνίστηκε ο Καποδίστριας να οργανώσει ένα σύγχρονο κράτος, έχοντας πράγματι απέναντί του ποικίλα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, σε μία χώρα που παρέμενε σε εμπόλεμη κατάσταση και δεν είχε αναγνωριστεί ακόμη από τις μεγάλες δυνάμεις ως ανεξάρτητο κράτος. Για όσα πρόσφερε στην πατρίδα, ανιδιοτελώς και με αυτοθυσία, αξίζει να τιμούμε τη μνήμη του και να αναστοχαζόμαστε το έργο του έστω με αφορμή κακές ταινίες.
(Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι συνταγματολόγος, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)
























